Εν αναμονή θέρους

jean-pierre-favreau

Όταν τον θάνατο συνάντησαν
έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν.
Διάολε
δεν ξέρουμε να πεθάνουμε.
Μας δίδαξαν γραφή
γέλιο
κι ανάγνωση.
Κανείς όμως,
επικαλούμαστε τον Θεό
και ορκιζόμαστε στον Μπρεχτ,
δεν μας έδειξε
τον τρόπο του θανάτου.
Άσε που διάθεση καμία δεν έχουμε
να ξεσπιτωθούμε Νοέμβρη μήνα.
Θα μείνουμε εδώ
να περιμένουμε το καλοκαίρι
τόνισε η Άννα.
Η Νικολέτα
συνέχισε αμέριμνη
την πορτοκαλάδα της
και ο Κωστής με την Ελένη
έστυψαν μια ακόμη μέλισσα
στο ουίσκι τους.
Ο θάνατος μάζεψε τα γένια του
από το πάτωμα
και άφησε αταξινόμητους
τους θαμώνες
του καφέ Κατερίνα.
Αντώνης Τσόκος  
Φωτογραφία: Jean - Pierre Favreau
 

Οι 998 περαστικοί

luigi-ghirri

Στο Φιντέλ αρέσει να στοχάζεται. Στέκει στην ξύλινη καρέκλα του μπαλκονιού, κοιτάζοντας με λύπη τους περαστικούς. Πέντε πατώματα πάνω απ’ τα κεφάλια τους μυρίζει την κάφτρα που σιγοκαίει στα μουστάκια τους.

Όταν βαριέται τους αγνώστους κοιτά προς το μέρος μου. Με αγριότερη λύπη απ’ ό,τι τους περαστικούς. Καρφώνει το βλέμμα στα δάχτυλά μου και με διατάζει να του γράφω ιστορίες. Για εκείνον και την κοπέλα του. Την οποία δεν έχει γνωρίσει αλλά επιμένει πως τον κοιτά στα μάτια.

Τότε, αρπάζω το μολύβι, το σπάω στη μέση και του δίνω το μισό. Φιντέλ είσαι γάτος, του υπενθυμίζω. Αυτό δεν δείχνει να τον πτοεί.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος
Φωτογραφία: Luigi Ghirri

Βρέχει

luc-choquer

Όλα τα κορίτσια βούρτσιζαν τα μαλλιά τους με μονόχρωμες βούρτσες. Μονάχα εκείνη, που το όνομά της δεν μπόρεσα ποτέ να διαβάσω ως το τέλος, βαστούσε στα χέρια μια μεταλλική χτένα. Έσκαβε με τα μάτια το φόρεμά της. Έμπαινε απ’ τις κουμπότρυπες. Έβγαινε απ’ το στρίφωμα. Στριμωχνόταν ν’ αντέξει. Αλλά δεν άντεχε. Κι όσο δεν άντεχε τόσο στριμωχνόταν. Κι όσο στριμωχνόταν τόσο ακούγονταν οι βούρτσες να δουλεύουν σαν δαιμονισμένες. Έξω έβρεχε. Η βροχή, μου έλεγε, είναι το πιο άδικο απ’ όλα τα άδικα του κόσμου. Βρέχει ως εκεί που φτάνουν τα μαλλιά της.
Κείμενο: Αντώνης Τσόκος
Φωτογραφία: Luc Choquer

Αδίστακτα απογεύματα

Bruno Barbey
Καταψηφίζαμε τον ήλιο.
Ασταμάτητα.
Ώσπου έδυε απ’ το θρόνο του.
Φορούσαμε τ’ αδίστακτα
απογευματινά χαμόγελά μας,
ρυθμίζοντας τους χτύπους της καρδιάς
στο αυτονόητο.
Ανοιγοκλείναμε τα καλοκαιρινά μας μάτια
με ένταση πρωτόγονη,
προσβάλλοντας βάναυσα
τη σιωπή των ενηλίκων.
Είχαμε όλοι γεννηθεί απόγευμα,
έξω από ένα ψυγείο με ΑΣΤΥ παγωτά.
Οι ανάσες μας, μύριζαν γρανίτα λεμονιού.
Στα γόνατά μας ξεχειμώνιαζαν
οι πιο αστείοι μώλωπες.
Ζούσαμε ο ένας τη συνέπεια του άλλου,
με αφοπλιστική συνέχεια.
Ήμασταν όλοι Ενεστώτες.
  • Αντώνης Τσόκος
8 χρόνια σΤεριανή ζάΛη.
Φωτογραφία: Bruno Barbey

Παππούς

Louis Stettner

1980. Ζάκυνθος. Καλοκαίρι. Σε ηλικία ελαχίστων ετών.
Παρακολουθώ μαγεμένος τον παππού να ξυρίζεται στην αυλή του σπιτιού.
Όρθιος μπροστά από ένα θαμπό καθρεφτάκι που κρέμεται στον κορμό της λεύκας, κρατώντας στα χέρια μια μεταλλική ξυριστική μηχανή ζωσμένη δολοφονικά ξυραφάκια.
Η παράσταση τελειώνει κι ο πρωταγωνιστής υποκλίνεται στη λατρεμένη μου ατάκα.
«Δως μου τώρα ένα φιλί».
Κείμενο: Αντώνης Τσόκος
Φωτογραφία: Louis Stettner