Αυτοδυναμία σκέψης


Απρίλης ψεύτης…

Ο εντεταλμένος τραπεζίτης, με εξασφαλισμένα τα συμφέροντα των ομολόγων του, ανακοινώνει την ημερομηνία των εκλογών. Οι σημαδεμένες μάσκες ανθρωπιάς προσαρμόζονται με δυσκολία στα ξεχειλωμένα πρόσωπα των, γνωστών αγνώστων, κυβερνώντων πολιτικών.

Εκείνων που με περισσή θρασύτητα ζητούν ξανά την ψήφο σου…

Εκείνων που αποστράγγιξαν μέχρι τελευταίας σταγόνας  τον ιδρώτα εργαζομένων και συνταξιούχων. Κάρφωσαν αδιέξοδα στις ζωές μαθητών και φοιτητών. Σαμποτάρισαν και έπνιξαν στο αίμα και στα χημικά κάθε ειρηνική διαμαρτυρία. Γέμισαν τα μαιευτήρια χρεωκοπημένα μωρά. Εκείνων, που συμπλήρωσαν με το αίμα των αυτόχειρων συνανθρώπων σου τις λίστες των ψηφοδελτίων τους…

Υπάρχει μια λεπτή σχισμή που χωρίζει τον άνθρωπο από τη μαριονέτα. Ένα διάφανο πλεξιγκλάς κουτί που γεννά όνειρα και εφιάλτες. Άσε τις φοβίες σου σπίτι και φέρσου μια φορά σαν άνθρωπος. Αυτό μονάχα σου ζητώ. Αν νιώθεις ακόμη μαριονέτα μείνε στο παράπηγμά σου και  άφησέ με να ζήσω.

Αυτοδυναμία σκέψης. Τίποτα λιγότερο!

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Arthur Fellig (Weegee)
Advertisements

Ανορθόγραφη δημοκρατία


Δε ζητιανεύω, άστεγη είμαι. Μπορείς να μου πάρεις κάτι από το περίπτερο να φάω;

Παρασκευή βράδυ στην καρδιά μιας άγνωστης πόλης. Μιας άγνωστης χώρας. Στην καρδιά ενός άγνωστου πολιτεύματος. Εξαντλημένα- εξαρτημένα κορμιά, στολισμένα στα σκαλιά του Πανεπιστημίου. Παγκάκια και δρόμοι γεμάτα αστέγους. Ατελείωτες πιάτσες ταξί, πηχτό σκοτάδι και τόνοι κακοποιημένων σκουπιδιών.

Κίτρινη, δύσοσμη κι εξαρτημένη. Τρομάζω πια να τη γνωρίσω. Τρομάζω να γνωρίσω την πόλη που μεγάλωσα, τη χώρα, την ίδια τη γενιά μου. Τη γενιά των μεταλλικών κερμάτων. Της ελαστικής ζωής. Τη γενιά του ενός χαρτονομίσματος.

Στην ίδια μοίρα άνθρωποι και ποντίκια. Τους ίδιους στόχους. Μια φραντζόλα μπαγιάτικο ψωμί από τους πράσινους κάδους. Αποφάγια τροφής για τους άστεγους, αποφάγια ζωής για τους στεγασμένους. Είδος πολυτελείας η οικογένεια. Μπάτσος, παπάς ή άνεργος. Προσκύνα το θεό ή την κυβέρνηση αν θέλεις να επιβιώσεις.

Δεν θέλω να επιβιώσω. Να ζήσω τα λάθη μου θέλω γιατί τα χρέη σου ντρέπομαι να τα ζω.

 Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Άρωμα ναφθαλίνης


Πατάρια, αποθήκες, υποσυνείδητα. Χώροι φύλαξης που δεν αδειάζουν ποτέ… 

Ιούνιος. Μήνας της ναφθαλίνης. Σκάλα, φακός και βόλτα στο πατάρι. Κλεφτές ματιές σε εγκλεισμένα αντικείμενα.  Καυτή ανάσα πλάι στο θερμοσίφωνο.  Θέα στο δέντρο των γιορτών και τα στολίδια.

Προορισμός το πράσινο κουτί. Στόχος μια πολυκαιρισμένη αφίσα. Κάποτε οικογενειακό, τώρα σοσιαλιστικό κειμήλιο. Τη βρίσκω τυλιγμένη. Προστατευμένη από το χρόνο. Σε άριστη κατάσταση.

Την ξετυλίγω ευλαβικά. Μια χούφτα κεφαλαία πράσινα γράμματα αποκαλύπτονται πρώτα.

ΨΗΦΙΖΩ ΠΑΣΟΚ.

Κάτω από τις άγνωστες λέξεις, μια γνωστή φυσιογνωμία. Ένα γνωστό χαμόγελο. Το χαμόγελό σου. Χαμόγελο ελπίδας. Χαρισμένο αφιλοκερδώς σ’ ένα κόμμα που υποσχόταν σοσιαλισμό. Το μεγαλύτερο αγαθό της ανθρωπότητας. 

Συνεχίζω το ξετύλιγμα…

ΓΙΑ ΑΚΟΜΗ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ.

Ψαλιδίζω τις άγνωστες λέξεις και κρατώ μόνο την ουσία. Εσένα!

Πριν κατέβω το πατάρι, πες μου. Απόψε την κιθάρα σου, τη στόλισες κορδέλες;

Φωτογραφίζοντας


Όταν γεννήθηκα, ο κόσμος ήταν από άκρη σε άκρη αναλογικός. Οι άνθρωποι, τα παιχνίδια, τα ρολόγια, οι  τηλεοράσεις, η μουσική, τα τηλέφωνα, οι φωτογραφικές μηχανές.

Τα παιχνίδια έσπαγαν, τα ρολόγια ήθελαν κούρδισμα, τα τηλέφωνα είχαν καντράν,  τα τραγούδια μουσικά όργανα και τα άλμπουμ κακές φωτογραφίες.

Χθες, σκαρφάλωσα στο ψηλότερο ράφι της ντουλάπας μου. Εκεί που φυλάω το αναλογικό μου παρελθόν. Δίσκους βινυλίου, κείμενα γραμμένα με στυλό, περίεργα ταξιδιωτικά ευρήματα, φύλλα τετραδίων με άρωμα εξοχής κι ένα χάρτινο κουτί γεμάτο φωτογραφίες.

Αληθινές φωτογραφίες. Τυπωμένες σε φωτογραφικό χαρτί. Τις πιάνω στα χέρια μου, τις κρύβω στην τσέπη σου, τις γεμίζω δαχτυλιές. Φωτογραφίες λατρεμένων φίλων, βαρετών συγγενών, ζευγαριών που έχουν χάσει το ταίρι τους.

Κακές φωτογραφίες. Φωτογραφίες, που το delete θα έκανε μια μπουκιά.

Λατρεύω την ψηφιακή πραγματικότητα. Μου λείπουν όμως οι κακές φωτογραφίες. Οι περίεργες γκριμάτσες, οι τρομαγμένες φάτσες, τα  παράξενα βλέμματα. Από την ημέρα που απάτησα την αναλογική μου μηχανή, τυπώνω φωτογραφίες που δεν θα καταδεχτεί ποτέ το χάρτινο κουτί μου.

Από τότε που πατήσαμε στην ψηφιακή πραγματικότητα, γίναμε όλοι μας μοντέλα. Να μου το θυμηθείτε, θα έρθει μια εποχή που δεν θα έχουμε μια κακή φωτογραφία να δείξουμε στα παιδιά μας.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Για μια χούφτα αφηρημάδα

122
Το βράδυ της Δευτέρας, έκανα λόγο σ’ ένα μου email για την αφηρημάδα που με καταδιώκει από την ημέρα που γεννήθηκα. Αυτή μου η αναφορά αποδείχτηκε περίτρανα   την αμέσως επόμενη μέρα, φωτίζοντας ένα ακόμη θύμα της ανίατης αυτής «ασθένειας».

Θύμα, αυτή τη φορά υπήρξε το αυτοκίνητο της αδερφής μου. Η οποία έκανε το λάθος να μου το εμπιστευτεί. Φυσικά μερίδιο ευθύνης αναλογεί και στην ίδια, που άφησε στα χέρια ανθρώπου με τόσο βεβαρυμμένο ιστορικό, αυτοκίνητο με χαλασμένο immobilizer.

Φυσικό επακόλουθο, μια ξεκλείδωτη πόρτα. Ανοιχτή πρόσκληση στον περαστικό «διαρρήκτη». Που όμως, αρκέστηκε μόνο σε μια περιπλάνηση στο εσωτερικό του.

Ύστερα από λεπτομερή έρευνα, διαπίστωσα ότι ο βραδινός εισβολέας είχε πάρει μαζί του μερικά κέρματα, ένα cd του Bob Marley και ένα μισογεμάτο μπουκάλι νερό Ιόλη συλλεκτικής αξίας, καθώς είχε αγοραστεί πριν μήνες από μαιευτήριο όπου γέννησε μια αδελφική φίλη.

Από τη μία ως την άλλη άκρη του μυαλού μου, επικρατεί απογοήτευση.

Αλλιώς την είχα φανταστεί ετούτη τη στιγμή. Γεμάτη θυμό και πόνο. Μ’ ένα δάκρυ να κυλά στο αξύριστο μάγουλό μου, την ώρα που θα χτυπώ με πένθιμο ρυθμό τα πλήκτρα του υπολογιστή. Για πολλοστή φορά όμως, η ψυχρή πραγματικότητα λεηλάτησε την φαντασία μου.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Καλό μου αμάξι

102
Δέκα χρόνια διαδρομές. Ήμουν 23 με μακριά μαλλιά, όταν σε αγόρασα. Τώρα τα μαλλιά είναι κοντά και πριν λίγο καιρό άρχισαν να καταφθάνουν και οι πρώτοι λευκοί επισκέπτες. Εσύ όμως δεν έχεις αλλάξει καθόλου. Ούτε χρόνος δεν πέρασε από πάνω σου. Αν και όλοι επιμένουν πως έχεις γεράσει πια και πρέπει να σε δώσω. Εμείς όμως, ξέρουμε γιατί δεν το κάνω.

Θυμάσαι την πρώτη μας διαδρομή; Γυάλιζες από καθαριότητα κι είχες φορέσει το πιο ακριβό σου άρωμα για να με εντυπωσιάσεις. Πήγαμε προς την παραλία και ύστερα καθόμουν και σε κοίταζα. Ακόμη και το βράδυ σηκωνόμουν και σου έριχνα κλεφτές ματιές.

Ξέρεις γιατί σε αγαπάω τόσο; Γιατί ποτέ δεν νιώθω μόνος, όταν ταξιδεύω μαζί σου. Γιατί, κι αν χανόμαστε κάθε φορά στους δρόμους αυτής της πόλης, πάντα βρίσκεις τον τρόπο να γυρίσεις στο σπίτι. Γιατί παίζεις τη μουσική που μου αρέσει. Γιατί δίνεις προτεραιότητα σε όμορφα κορίτσια. Γιατί οι υαλοκαθαριστήρες σου λατρεύουν τη βροχή. Γιατί σε ξέρουν όλοι εκείνοι που αγαπώ. Εκείνοι που υπάρχουν στη ζωή μου κι άλλοι που έχουν φύγει.

Τα τελευταία νέα όμως δεν στα έχω πει. Εχθές το απόγευμα, το ρυπογόνο μυαλό του Υπουργού – ξέρεις εκείνου που σε έστελνε για έλεγχο κάθε δυο χρόνια και σε έβρισκαν άψογο – αποφάσισε πως πρέπει να γίνεις παλιοσίδερα. Εσύ λέει φταις για την ατμόσφαιρα, που έχει γίνει μαύρη. Σου απαγόρευσε να περνάς και από κέντρο της πόλης, αλλά ξέρω ότι αυτό δεν σε ενοχλεί.

Έλα, μη μου κατσουφιάζεις. Το ξέρεις πως δεν θα το κάνω. Το ξέρεις πως προτιμώ να σε αφήσω να ξαποσταίνεις, κάτω από τον ίσκιο της μουριάς και να φυτέψω στο καπό σου κόκκινα τριαντάφυλλα, παρά να σε αφήσω στα χέρια τους.

Όσο για εσένα Υπουργέ μου. Mην απογοητεύεσαι. Μπορείς να πας αλλού να κάνεις τράκα…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com