Μπορούσε κι ανάποδα

Andre Kertesz

Μπορούσε να περάσει μια ολόκληρη ζωή, αλλάζοντας σκασμένα λάστιχα αυτοκινήτων.

Παραδίδοντας μαθήματα τάνγκο σε βαρυποινίτες.

Πίνοντας τσάι σε σκαλωσιές οικοδομών.

Στοιβάζοντας δίσκους σε χάρτινα κιβώτια.

Τυλίγοντας βάζα σε χθεσινές εφημερίδες.

Ανταλλάσσοντας αλκυονίδες μέρες.

Εισπνέοντας πριονίδι, μελάνι και κιτρινισμένο χαρτί.

Ναρκώνοντας δισταγμούς και αναμνήσεις.

Περιμένοντας το τελευταίο δρομολόγιο των μπλε λεωφορείων.

Αλλάζοντας το σωστό με το λάθος.

Κατεβάζοντας γάτους από δέντρα.

Ανοίγοντας λάκκους για οπωροφόρα.

Συνθλίβοντας σκουριασμένους σωλήνες.

Αναζητώντας κουμπιά σε ράγες τραίνων.

Πέρασε μια ολόκληρη ζωή, κοιτάζοντας με τα γυαλιά του πατέρα του την απογευματινή ζαλάδα.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: André Kertész

Σκιές σε χειμερία νάρκη

Luigi Ghirri
Στην πόλη που δεν υπήρξε.

Που μπότα ρεαλιστή δεν πάτησε ποτέ.

Στη φαντασία μονοσάνδαλου περιπατητή. Εκεί που το κακό αργεί πάντα να φανεί. Στην νιοστή ρίζα αυτού του τόπου, ξεχειμωνιάζουν καλοκαιρινές σκιές.

Σε κατάσταση μακράς ύπνωσης, λόγω ανελέητης φθινοπωρινής μουντάδας. Ναρκοθετώντας αχαρτογράφητα τοπία. Μετρώντας απ’ το μηδέν ως το μηδέν.

Σε κατάσταση πλήρους σκιάδας. Με το πικρό παράπονο του θέρους κλεισμένο σε γυάλινο βαζάκι μαρμελάδας.

Αναμένοντας το ταίριασμα αταίριαστων ακίδων. Στη δύση της δύσης.

Στο απορημένο σμίξιμο σκαντζόχοιρων και αχινών με χάντρες σταφυλιών και φύκια από μεταξωτές κορδέλες.

Στην Κατερίνα

[Κείμενο: Αντώνης Τσόκος Φωτογραφία: Luigi Ghirri]

Ξημέρωμα

281

Ξημερώματα δέκατης μέρας του Ιούνη. Οι τέντες χορεύουν σε ρυθμούς τριών μποφόρ. Οι ασπρόμαυρες ανάσες των ξενύχτηδων πλήττουν αρμονικά το σκοτάδι. Το cd με τα απωθητικά για περιστέρια τραγούδια σε ρόλο εκκρεμούς.

Η νύχτα κυλά αρμονικά…

Ώσπου, μια αδέσποτη κραυγή διχάζει μεθυσμένους και υπνοβάτες.

«Δεν μου αρέσει το Hilton!»

Κείμενο - Φωτογραφία: Αντώνης Τσόκος

Ξέρεις τι θα ‘θελα ;

tsokos
Να είναι Μάιος. Δώδεκα και μισή το μεσημέρι.
Να φορώ το αγαπημένο μου μπλε πουκάμισο και να πίνω παγωμένη μπίρα στο
Use.
Να περιεργάζομαι το μεταλλικό μπολάκι με τους ξηρούς καρπούς και τις σταφίδες.
Τα περιστέρια να τρώνε κέικ σοκολάτας.
Να μυρίζει έντονα καυσαέριο.
Απ’ το απέναντι παράθυρο ν’ ανεμίζει η λευκή κουρτίνα.
Να αγναντεύω τη βιτρίνα του «Μωβ σκίουρου» και να σε περιμένω να μισήσουμε την άνοιξη μαζί.

Κείμενο - Φωτογραφία: Αντώνης Τσόκος

Η απόσταση μιας ανώφελα ρομαντικής στιγμής

245
Κάποιο παράξενο ξημέρωμα Δευτέρας μια μωβ σελήνη θ’ ανατείλει στην Αθήνα. Το φως του ήλιου θα παγώσει στους ορίζοντες  κι οι ποιητές θ ‘αναστηθούν από την πλήξη. Τα δάχτυλα τους θα βουτήξουν στη ρουτίνα, γαλάζιες στάμπες να ποτίσουν  τ’ άνοστο σώμα της.

Τα τζάμια θα θολώσουν μονομιάς απ’ τις θεατρικές των εραστών ανάσες…

Να χασμουριέται συνεχώς θα πάψει ο έρωτας κι απ’ τα φθαρμένα απ’ το χρόνο γκρίζα χείλη του φρεσκοκομμένη αφηρημάδα θα σερβίρει.

Τα μάγουλα των κοριτσιών στόχος θα γίνονται κάθε σταγόνας ντροπαλής που θα σου μοιάζει…

Κάποιο παράξενο ξημέρωμα Δευτέρας οι ώμοι μας θα γεφυρώσουν το κενό, της πιο ανώφελα ρομαντικής ημέρας του Φλεβάρη…

Κείμενο - Φωτογραφία: Αντώνης Τσόκος

Σουίνγκ με τ’ άστρα

242
Κάθε που γέρνει το φεγγάρι Κυριακή, στον γκρι παράδρομο του ίδιου ονείρου καταλήγει.

Όραμα ξέθωρο μιας χούφτας ποιητών που ιχνογραφούν την κόλαση σε κάστρα που απαρνήθηκε το κύμα.

Αναζητώντας μέρα πρόθυμη της άνοιξης το βάρος να σηκώσει, σκοντάφτουν σε απομεσήμερα άγρυπνα και μωβ τουλίπες με άχλη στην ανάσα. 

Ντυμένοι νοτισμένα υφάσματα, πλάι στα χάρτινα των άστεγων γκισέ, τζαζ σε τσαλακωμένες προσευχές χορεύουν. Ξέφρενο σουίνγκ με άστρα μποέμ που τη στεριά διαλέγουν ν’ αλητεύουν…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Εικόνα: Ivan Puni