Παραμονεύοντας τα Χριστούγεννα

euca

Παραμονή Χριστουγέννων. Άρωμα ζυμωτού ψωμιού και ζεστής σοκολάτας αναδύεται από το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της οδού Φιλολάου. Η καμπάνα από την εκκλησία του Προφήτη Ηλεία ηχεί μελωδικά στον αττικό ουρανό. Βαριά ανδρικά, ανακατεμένα με ευγενικά γυναικεία βήματα,  ακούγονται από τη μαρμάρινη σκάλα.

Ο Συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία, φορτωμένος εκατό χρόνια μοναξιά, βαδίζει με αυστηρό βήμα. Πλάι του, ατάραχη παρά την ομορφιά που εκπέμπει, η ωραία Ρεμέδιος.

Οι δείκτες του μαύρου επιτοίχιου ρολογιού μετρούν σχολαστικά την ώρα. Όλοι οι καλεσμένοι έχουν καταφθάσει. Ο Κώστας Καρυωτάκης με την Μαρία Πολυδούρη. Ο Ευγένιος Ιονέσκο. Ο   Μπομπ Ντίλαν. Ο Τέβιε με το αστροστολισμένο του βιολί. Ο  Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Η Άγκαθα Κρίστι. Ο Γιάννης Ρίτσος. Ο παραδεισένιος  προβολατζής Αλφρέδο με τον μικρό μαθητευόμενό του Σαλβατόρε.

Στη βορινή σάλα με θέα τη στολισμένη συνοικία, περικυκλωμένο από δεκατρείς καρέκλες, το ξύλινο παραλληλόγραμμο τραπέζι είναι έτοιμο να υποδεχτεί τους ξεχωριστούς καλεσμένους. Η γιαγιά Βασιλική έχει φροντίσει ως και την παραμικρή λεπτομέρεια. Λευκό τραπεζομάντηλο, πετσέτες με κεντημένα κόκκινα τα ονόματα των καλεσμένων. Μπλε κρυστάλλινα ποτήρια, ξύλινα χειροποίητα μαχαιροπήρουνα, πολύχρωμα πήλινα πιάτα και τρία μπρούτζινα κηροπήγια με γκρενά κεριά στο κέντρο του τραπεζιού.

Άρωμα γιαγιάς, παραμύθια, ποίηση, έρωτας, όνειρα, μελωδίες, μυστήριο, νοσταλγία, μαγεία θεάτρου, λογική, παραλογισμός, μοναξιά. Όλα στο ίδιο τραπέζι.

Το ρολόι δείχνει μεσάνυχτα. Η Άγκαθα Κρίστι επιθεωρεί το σκοτάδι. Πλάι στο τζάκι, ο μικρός Σαλβατόρε, υπό το αυστηρό βλέμμα του συνταγματάρχη και το ζεστό χαμόγελο της Ρεμέδιος, ακούει μαγεμένος τις Χριστουγεννιάτικες ιστορίες του παραμυθένιου Χανς. Όρθιοι μπροστά στην ξύλινη μπαλκονόπορτα, ο Καρυωτάκης , ο Ιονέσκο, η Πολυδούρη και ο Αλφρέδο κοιτούν σιωπηλοί το χιονισμένο τοπίο.

Η γιαγιά Βασιλική στην αγαπημένη της κίτρινη μπερζέρα απολαμβάνει τους καλεσμένους της. Ο Γιάννης Ρίτσος ακουμπισμένος στο μπράτσο της πολυθρόνας απαγγέλει τη σονάτα του σεληνόφωτος, συνοδεία της φυσαρμόνικας του Μπομπ Ντίλαν και του υπαίθρου βιολιού του Τέβιε.

Ίχνη αγάπης και χιονιού… Παραμονή Χριστουγέννων. Παραμονή της πιο πιστευτής νύχτας του χρόνου…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος

Φωτογραφία: Eugène Atget
Advertisements

Αδίστακτα απογεύματα

Bruno Barbey
Καταψηφίζαμε τον ήλιο.
Ασταμάτητα.
Ώσπου έδυε απ’ το θρόνο του.
Φορούσαμε τ’ αδίστακτα
απογευματινά χαμόγελά μας,
ρυθμίζοντας τους χτύπους της καρδιάς
στο αυτονόητο.
Ανοιγοκλείναμε τα καλοκαιρινά μας μάτια
με ένταση πρωτόγονη,
προσβάλλοντας βάναυσα
τη σιωπή των ενηλίκων.
Είχαμε όλοι γεννηθεί απόγευμα,
έξω από ένα ψυγείο με ΑΣΤΥ παγωτά.
Οι ανάσες μας, μύριζαν γρανίτα λεμονιού.
Στα γόνατά μας ξεχειμώνιαζαν
οι πιο αστείοι μώλωπες.
Ζούσαμε ο ένας τη συνέπεια του άλλου,
με αφοπλιστική συνέχεια.
Ήμασταν όλοι Ενεστώτες.
  • Αντώνης Τσόκος
8 χρόνια σΤεριανή ζάΛη.
Φωτογραφία: Bruno Barbey

Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα | Αντώνης Τσόκος

301

Τα μεσάνυχτα
στη Μαυρομιχάλη
οι κοπέλες
λειαίνουν τα λευκά τους μάτια
με γυαλόχαρτο.
Το βλέμμα γδέρνει απαλά
το αίμα των περαστικών.
Στη Βαλτετσίου
οι γάτες στολίζουν
πράσινα μήλα στο λαιμό τους.
Στην Καλλιδρομίου
τ’ αγάλματα φορούν
αλεξίσφαιρα γιλέκα.
Στην Εμμανουήλ Μπενάκη
ο Θεός κοιμάται μπρούμυτα.
Τα μεσάνυχτα
η πόλη διατίθεται για επαναστάσεις.
Φωτογραφία: Γεωργία Τσόκου

Ο Άγιος Πέτρος στην Καρύτση

Lartigue

Το Σάββατο κηρύσσει
ο Πέτρος στην πλατεία.
Τελάλης Άγιος
διαλαλά το θαύμα.
Απ’ τη χορδή του μπουζουκιού,
στα τύμπανα των εραστών της πόλης.
Κλαίνε οι καμπάνες,
κλαίνε τα χελιδόνια.
Δώρο η ζωή.
Αντίδωρο η αγάπη.
Η πιο ακριβή επανάσταση
είναι γιορτή μεσημεριού.
Κατόρθωμα ρεμπέτικο,
στις πλάκες της πλατείας.
Στα μέρη μας,
ο άθλος είναι ο Ηρακλής.
Κείμενο: Αντώνης Τσόκος   Φωτογραφία : Jacques Henri Lartigue

Ένα σπουργίτι που έτρωγε ροδάκινα

Frank Horvat

Κρυβόταν στα ρούχα του. Κανείς δεν μπορούσε να το βρει. Ήταν αυτό που όλοι έλεγαν «αόρατο παιδί».

Το τουφέκιζαν, κάθε μεσημέρι. Με βόλι για σπουργίτι.

Τα φτερά του φούντωναν από περηφάνια.

Οι άκρες των μαλλιών του ακουμπούσαν το φεγγάρι.

Βέβαιοι πως είναι ορατό ξανά , το άφηναν στην ησυχία του.

Τότε, εκείνο δραπέτευε απ’ το βόλι του και τσιμπούσε λαίμαργα τις ροδακινιές.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Frank Horvat
7 χρόνια "σΤεριανή ζάΛη" 

Αθήνα ή τίποτα

IMG_1818

Αγάλματα ασφαλιτών φρουρούν τα οπωροφόρα της οδού Aκαδημίας. Ο Παλαμάς πιασμένος σε πράσινο δίχτυ υπομένει τους απογόνους τους.

Το απορριμματοφόρο, με φάρους αναμμένους, γυρνά από κάδο σε κάδο. Οι καθαριστές ανοίγουν τα πλαστικά κουτιά διστακτικά. Μην πεταχτεί άνθρωπος από μέσα.

Η φοιτήτρια με τα μαύρα μποτάκια περιπαίζει το πράσινο ανθρωπάκι. Ξανά και ξανά. Μισθώνει κίτρινο και γίνεται επιβάτις.

Στον πεζόδρομο της Κοραή, ο τελευταίος εν ζωή λογικός παραμιλά τους στίχους τους.

– Αφήνει όλη την πόλη να γελάει μαζί μου και μετά μου δείχνει το άσπρο. Ένα άσπρο αυτοκίνητο…

Κείμενο - Φωτογραφία: Αντώνης Τσόκος