Ζυμωτό ψωμί, λευκό κρασί και ποίηση


Έλουσε με λευκό κρασί την τέταρτη πατημασιά του φθινοπώρου. Θρυμμάτισε κάθε μορφή βασάνου που τον ταλαιπωρούσε. Ζύμωσε δυο καρβέλια ποίηση και έστρωσε τραπέζι. Το ένα μελιχρό για άμεση κατανάλωση. Το άλλο να μυρίσουν τα μαλλιά του.

Αριστερός, ιδιόχρωμος κι ένοχα δίκαιος. Δυο λάμδα σε μια λέξη είναι σπατάλη…

Βούτηξε μια μπουκιά άψητων στίχων, γεμίζοντας ψίχουλα το κρασί του.

Ποτέ να μην ανακατεύεις ψωμί, κρασί και ποίηση. Μαγιά ξερή οι συμβουλές των μεθυσμένων…

Αποκοιμήθηκε στις άκρες των δαχτύλων του. Οινοβαρής, με μια γουλιά λευκό κρασί να διασχίζει την παλάμη του κι ένα μπουκάλι άδειο ποίηση, σοδειάς του ενενήντα τρία

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com
Advertisements

Μια γουλιά καλοκαίρι


Θα ‘ρθει ποτέ τούτο το καλοκαίρι;

Μήνες προσμένω. Καρτερικά. Στην ψάθινη αιώρα, στο κόκκινο πεζούλι, στον ίσκιο απ’ τα γερμένα αρμυρίκια.

Ανάβω κεριά να με προσέξει στο σκοτάδι.

Καίω σπιράλ να ζαλιστεί στο άρωμά τους.

Μεροληπτώ υπέρ της υγρασίας και του καύσωνα, να με συμπαθήσει.

Μοιάζει αδύνατο το ραντεβού με το Σεπτέμβρη αν δε με βοηθήσεις. Δως μου να πιω μία γουλιά από τη χούφτα  σου. Θα σου χαρίσω σπόρους απ’ τη λύπη μου και μια φέτα Αυγουστιάτικο καρπούζι…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Γραμματική κατάσταση


Βαδίζω πλάι σου σε χρόνο ενεστώτα. Συλλαβιστά. Με διάθεση καρό και κίτρινες τιράντες. Ένα αθώο κατηγορούμενο και δυο μ’ έκθλιψη προθέσεις κρύβω για εσένα στο γιλέκο μου. Με νυχτικό αμέθυστο και διάφανο χαμόγελο στα χείλη, αναπολείς χρόνους αόριστους. Τότε που φούσκωναν τα λήμματα στις τσέπες μας. Τώρα που ούτε ένα σίγμα τελικό δεν περισσεύει.

Σε αριθμό πληθυντικό, μια μισοπάλαβη τουλίπα κλείνει το δρόμο μου. Παρατονώ σε χειμερία νάρκη και εκτινάσσομαι. Οι εφεδρικές τιράντες μου δε λεν ν’ ανοίξουν. Σε πτώση κλιτική φωνάζω τ’ όνομά σου. Ασύντακτος σε χρόνο αόριστο αναζητώ το μέλλοντα. Αυτόν που βγάζει πίσω στη σκιά σου…

Αντώνης Τσόκος - Σουίνγκ με τ' άστρα - Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Φωτογραφία: Flickr.com

Νύχτα ξέχειλη


Ξέχειλη πάλι η νύχτα μου. Όλο το πρωί μάζευα αστέρια απ’ τα πλακάκια.

Παίζει, μαζί μου η σκοτεινιά. Λουσμένη υγρασία κι αγριολούλουδο, ντυμένη μαύρο χρώμα που λατρεύω, υπόσχεται ύπνο άκαπνο. Κόλπο για να με ρίξει στο κρεβάτι.

Όταν βεβαιωθεί πως βούλιαξα στο στρώμα, κόβει στις κόχες των ματιών της τα όνειρά μου.

Κάποτε πίστεψα πως θα την ξεμπροστιάσω. Μα τώρα ξέρω. Πλάι της θα κοιμάμαι κάθε βράδυ. Δεν υπάρχει λόγος να χάνω την απαισιοδοξία μου…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Από σώμα σε σώμα


Λένε πως δεν ζούμε μόνο μια ζωή αλλά πολλές. Από σώμα σε σώμα.

Ποιος ξέρει με πόσα σώματα να έχεις ταξιδέψει.

Πόσα εγκλήματα να έχεις διαπράξει. Πόσες αγάπες να έχεις μαχαιρώσει.

Πόσους αθώους να έχεις φυλακίσει. Πόσα παιδιά να έχουν κλάψει εξαιτίας σου.

Πόσους ζητιάνους να έχεις ποδοπατήσει.

Σε πόσες θάλασσες έχεις πνιγεί. Με πόσες αγκαλιές να έχεις πεθάνει.

Ποιός ξέρει σε ποιο σώμα, θα σε ξεβράσει η επόμενη ζωή. Πόσους αγαπημένους θα λησμονήσεις. Ηθελημένα και άθελά σου.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Αναίμακτος έρωτας

Be Careful - Knives are Sharp
Όταν γεννήθηκε, ανέπνευσε. 

Όταν ανέπνευσε, ερωτεύτηκε.

Όταν ερωτεύτηκε, έκλεισε την ανάσα της σ’ ένα χρωματιστό μπαλόνι και το άφησε ελεύθερο στην ουράνια πραγματικότητα.

Το μπαλόνι πέρασε μέσα από αιχμηρά αντικείμενα, γεύτηκε άνοστες στιγμές,  χόρτασε καλοψημένα ψέματα, δροσίστηκε με λιωμένες αλήθειες.

Ώσπου μια μέρα, προσγειώθηκε. Λαχανιασμένο, ζαρωμένο και μετανιωμένο.

Μετανιωμένο, που στα νιάτα του δεν φίλησε ένα ξυράφι.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com