Lautreamont (Ducasse, Isidore) | Τα άσματα του Μαλντορόρ

IMG_5087

Υπάρχουν μερικοί που γράφουν επιζητώντας να τους χειροκροτήσει ο κόσμος, πλάθοντας με τη φαντασία τους μύθους, για τις δήθεν αρετές της ανθρώπινης καρδιάς, ή, και που μπορεί να κρύβουν οι καρδιές τους. Με μένα όμως, δεν θα συμβεί το ίδιο. Εγώ τη μεγαλοφυΐα μου θα την χρησιμοποιήσω για να παρουσιάσω όσο πιο ωμά μπορέσω τα όργια της ανθρώπινης σκληρότητας! Όργια, όχι προσποιητά και εφήμερα, αλλά που ξεκινάν με τον άνθρωπο και τελειώνουν μ’ αυτόν. Γιατί να μη μπορεί η μεγαλοφυΐα να συνυπάρξει με τη σκληρότητα, αν αυτό είναι απόφαση κρυφή της Θείας Πρόνοιας; Ή, μήπως όταν κανείς είναι σκληρός δεν μπορεί να είναι και μεγαλοφυής; Εγώ μ’ αυτά που θα πω θα το αποδείξω. Από σας εξαρτάται αν θα ευαρεστηθείτε να με ακούσετε… Με συγχωρείτε, μου φάνηκε πως σηκώθηκαν ορθές οι τρίχες του κεφαλιού μου. Δεν είναι όμως τίποτα, το χέρι μου είναι συνηθισμένο να τις βάζει εύκολα στη θέσης τους. Αυτός που τραγουδάει μια καβατίνα, ξέρεις πως δεν κάνει τίποτ’ άλλο, παρά να ερμηνεύει στο πρόσωπό του ήρωά του, σκέψεις μεγαλοψυχίας ή κατωτερότητας που υπάρχουν σ’ όλους τους ανθρώπους.

Τα άσματα του Μαλντορόρ - Λωτρεαμόν - Εκάτη, 2001

Ρολάν Μπαρτ | Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου

IMG_5104

Η ερωτική επιστολή

ΕΠΙΣΤΟΛΗ. Το σχήμα αναφέρεται στην ιδιαίτερη διαλεκτική της ερωτικής επιστολής. Η ερωτική επιστολή είναι κενή (κωδικοποιημένη) και ταυτόχρονα εκφραστική (φορτισμένη με την επιθυμία να σημάνει τον πόθο).
1. Ο Βέρθερος (πού υπηρετεί «παρά τω Πρέσβει») γράφει στην Καρλότα, η επιστολή του ακολουθεί το εξής πλάνο: 1. Τι χαρά να σε σκέφτομαι! 2. Βρίσκομαι εδώ σ’ έναν κύκλο κοσμικό και, δίχως εσένα, νιώθω πολύ μόνος. 3. Συνάντησα κάποιαν (π.χ., τη δεσποινίδα Β…) πού σου μοιάζει, και με την όποια μπορώ να κουβεντιάζω για σένα. 4. Εκφράζω την ευχή να ξανανταμώσουμε. – Μια και μόνη πληροφορία παραλλάσσεται σαν θέμα μουσικό: σε σκέφτομαι.
Τι θα πει «σκέφτομαι κάποιον»; θα πει: τον λησμονώ (χωρίς λήθη είναι ανέφικτη ή ζωή) και αφυπνίζομαι συχνά από τούτη τη λησμονιά. Πολλά πράγματα, με τρόπο συνειρμικό, σε επαναφέρουν στο λόγο μου. «Σε σκέφτομαι» δε σημαίνει τίποτ’ άλλο έξω απ’ αύτη τη μετωνυμία. Γιατί, καθαυτή, τούτη ή σκέψη είναι κενή: δε σε σκέφτομαι• απλώς, φροντίζω να σε κάνω να επιστρέψεις (σε βαθμό ευθέως ανάλογο μάλιστα με το πόσο σε λησμονώ). Αύτη τη μορφή (αυτό το ρυθμό) ονομάζω «σκέψη»: δεν έχω να σον πω τίποτε μόνο πού αυτό το τίποτε σε σένα είναι πού το λέω:
«Γιατί, ξανά, καταφεύγω στη γραφή; Αγαπημένη, μη με ρωτάς τόσο αδυσώπητα. Γιατί ειν’ αλήθεια πώς τίποτε δεν έχω να σου πω. Άλλα, τ’ αγαπημένα χέρια σου, όπως και να ‘ναι, θα δεχτούν το σημείωμα αυτό».
(«Να σκεφτώ τον Ύμπέρ» γράφει, κωμικά, στο σημειωματάριο του ο αφηγητής των ‘Ελών, πού είναι το βιβλίο του Τίποτε.)
2. «Καταλάβετε», γράφει ή μαρκησία ντε Μερτέιγ, «πώς όταν γράφετε σε κάποιον, το κάνετε γι’ αυτόν κι όχι για σας. Έτσι, επιδίωξη σας δεν πρέπει να είναι να του πείτε αυτό πού σκέφτεστε εσείς, αλλά αυτό πού αρέσει περισσότερο σ’ εκείνον. Ή μαρκησία δεν είναι ερωτευμένη, γι’ αυτό υποστηρίζει την αλληλογραφία, δηλαδή μια τακτικού χαρακτήρα επιχείρηση, προορισμένη να προασπίζει θέσεις, να διασφαλίζει κατακτήσεις. Ή επιχείρηση αυτή οφείλει να αναγνωρίσει τους τόπους (τα υποσύνολα) του αντίπαλου συνόλου – πάει να πει, να κατακερματίσει την εικόνα του άλλου σε διάφορα σημεία πού θα επιχειρήσει να θίξει ή επιστολή (πρόκειται, λοιπόν, για μιαν αντιστοιχία, με τη μαθηματική, σχεδόν, έννοια του όρου). ‘Όμως, για τον ερωτευμένο, ή επιστολή δεν έχει τακτική άξια: είναι καθαρά εκφραστική – για την ακρίβεια, κολακευτική (αλλά ή κολακεία εδώ δεν είναι διόλου ιδιοτελής: είναι άπλα και μόνο ή λαλιά της αφοσίωσης). Εμπλέκομαι με τον άλλον σε μια σχέση όχι σε μιαν αλληλογραφία: ή σχέση διασυνδέει δυο εικόνες. Είσαι παντού, ή εικόνα σου είναι ολική, γράφει, με διάφορους τρόπους, ο Βέρθερος στην Καρλότα.
3. Ως πόθος, ή ερωτική επιστολή προσμένει την απάντηση. Επιβάλλει έμμεσα στον άλλον να αποκριθεί, διαφορετικά ή εικόνα του αλλοιώνεται, γίνεται άλλη. Αυτό το εξηγεί αυστηρά ο νεαρός Φρόιντ στη μνηστή του: «Δε θέλω, ωστόσο, να παραμένουν μονίμως αναπάντητα τα γράμματα μου. Θα σταματήσω αμέσως να σου γράφω αν δε μου απαντήσεις. Συνεχείς μονόλογοι γύρω από ένα πλάσμα αγαπημένο, πού δεν τους διαορθώνει ούτε τους τροφοδοτεί το πλάσμα αυτό, οδηγούν σε σφαλερές απόψεις ως προς τις αμοιβαίες σχέσεις. Έτσι, γινόμαστε πια ξένοι ο ένας για τον άλλον όταν ξαναβρισκόμαστε, κι ανακαλύπτουμε πώς τα πράγματα είναι διαφορετικά απ’ ό,τι τα φανταζόμασταν μην έχοντας καμιά επιβεβαίωση».
(Αυτός πού θα αποδεχόταν τις «αδικίες» της επικοινωνίας, αυτός πού θα συνέχιζε να μιλά ανάλαφρα, τρυφερά, χωρίς να εισπράττει απάντηση, αυτός θα κατακτούσε μιαν υψηλή βαθμίδα κυριαρχίας: την κυριαρχία πού χαρακτηρίζει τη Μητέρα.)

Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου - Ρολάν Μπαρτ - Κέδρος, 2012

Φρανσουά Ζυλλιέν | Εγκώμιο της απραξίας

IMG_5051

Σου λέει ο Σουν Τζου: «Ο στρατός που νικάει είναι εκείνος που νίκησε πριν ακόμα μπει στη μάχη. Ο στρατός που νικιέται είναι εκείνος που ψάχνει τη νίκη την ώρα του αγώνα». Τα πάντα κρίνονται εκ των προτέρων, στο στάδιο των συνθηκών. Πρέπει να έχω ήδη επικρατήσει έναντι του αντιπάλου μου, υπονομεύοντας και διαβρώνοντας το δυναμικό του, προτού τον αντιμετωπίσω κατά πρόσωπο. Πόσο απέχει η κινέζικη στάση από τη δική μας, πόσο μας ξαφνιάζει! «Ο μεγαλύτερος στρατηγός δεν έχει τίποτα αξιέπαινο: ούτε μεγάλη σοφία, ούτε μεγάλη ανδρεία». Πράγμα που σημαίνει ότι οι μεγάλοι στρατηγοί, ή μάλλον εκείνοι που αφελώς αποκαλούμε «μεγάλους στρατηγούς, εκείνοι που δοξάζουμε, εκείνοι για τους οποίους χτίζουμε αγάλματα, είναι στην πραγματικότητα κακοί στρατηγοί. Γιατί; Γιατί ακριβώς χρειάστηκε να επιστρατεύσουν την ιδιοφυΐα τους ή την ανδρεία τους. Γιατί πέτυχαν τη νίκη με δυσκολία, με ηρωϊσμό, δραματικά και, συνεπώς, θεαματικά: βλ. π.χ. την ιστορία με τα ταξί του Μάρνη.* Αντίθετα, ο Σουν Τζου λέει πως ο μεγάλος στρατηγός δεν έχει τίποτα το αξιέπαινο ͘ ούτε μεγάλη σοφία, ούτε μεγάλη ανδρεία. Κι αυτό γιατί μεγάλος στρατηγός είναι εκείνος που μπόρεσε να εντοπίσει από πολύ νωρίς τα ευνοϊκά στοιχεία, τους πρόσφορους παράγοντες, και κατάφερε να τα αξιοποιήσει προς όφελός του, την ίδια στιγμή που ωθούσε τον αντίπαλο να χάσει τη δική του δυναμική. Σιγά-σιγά, αβίαστα, λάθρα. Ώστε, όταν τελικά μπαίνει στη μάχη, κι εφόσον έχει ήδη νικήσει, ο κόσμος να μπορεί να πει: ήταν εύκολο, είχε κριθεί εξ αρχής. Και οι άνθρωποι να νομίζουν πως θα το μπορούσε ο καθένας. Η νίκη πρέπει να μοιάζει σαν να προκύπτει φυσικά από την κατάσταση. Να δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν χρειαζόταν ούτε προσπάθεια ούτε επινοητικότητα. Να μοιάζει αυτονόητη, να μην απαιτεί ούτε διακινδυνεύσεις ούτε να ξεχωρίσεις: αυτή είναι η μεγάλη στρατηγική. Το μέγιστο κατόρθωμα είναι να ενεργήσεις έτσι ώστε να φαίνεται πως ο καθένας θα μπορούσε να κατορθώσει αυτό που πέτυχες.

*Ιστορικό επεισόδιο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν στη διάρκεια της Πρώτης Μάχης του Μάρνη (1914) επιτάχθηκαν ταξί του Παρισιού για τη μεταφορά στρατιωτών στο μέτωπο.

Εγκώμιο της απραξίας - Φρανσουά Ζυλλιέν - Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012

Δημήτρης Μαμαλούκας | κοπέλα που σε λένε Φίνι

IMG_5014Αυτός είναι ο Πίρσον. Αυτός που μου έσωσε τη ζωή. Αυτός που με βοηθάει να ανεβώ τον Γολγοθά μου. Και δεν είναι παρά ένα ανθρωπάκι μια σταλιά που έχει περάσει τα εξήντα. Μέσα του όμως καίνε φλόγες δύναμης που θα ζήλευαν και οι πιο θαρραλέοι άντρες. Αυτός είναι η δύναμή μου, ο πατέρας που δεν είχα ποτέ. Κι αν σπρώχνω τώρα αυτή την πλάκα που κόβει σαν ξυράφι και την κοντράρω στον τροχό πληγιάζοντας τις παλάμες μου, το κάνω χάρη στο κουράγιο που τόσο απλόχερα μου προσφέρει. Δεν ξέρω την ιστορία του. Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτόν. Ακόμα κι αν είναι πρώην φύλακας που κατέληξε εδώ, δε με νοιάζει. Του χρωστάω τα πάντα, και πρώτα απ’ όλα το γεγονός ότι κάθε πρωί ο ήχος της σειρήνας με βρίσκει ζωντανή.
Με λένε Φίνι κι άλλη μια μέρα δουλειάς τελείωσε.

Κοπέλα που σε λένε Φίνι - Δημήτρης Μαμαλούκας - Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2009

Νικόλας Περδικάρης | Ο σκύλος με το λουλούδι στο στόμα

IMG_4947

Από τί τυφλώθηκε δεν ήξερε, ούτε τον ρώτησε ποτέ. Δεν είχε, άλλωστε, καμιά σημασία. Η ζωή του στην πόλη είχε γίνει κόλαση. Χτύπαγε απάνω στα κλαδιά, μπουρδουκλωνόταν στις διαβάσεις, έπεφτε από τα πεζοδρόμια. Όμως εκείνος τα έπαιρνε αυτά πολύ στα σοβαρά. Υπήρχανε φορές που την κατηγορούσε για όλα τα στραβά του κόσμου: «Παλιόσκυλο! Δεν είδες το δέντρο. Μ’ έριξες στο λάκκο μου», και τέτοια. Η Madeleine δεν το έβαζε κάτω. Περίμενε τη στιγμή που το αφεντικό της θ’ άναβε τσιγάρο για να ηρεμήσει. Μετανιωμένος θα τη χάιδευε στο σβέρκο. «Είσαι καλό κορίτσι», θα της έλεγε. Ό,τι έπρεπε για να την κάνει να λιώσει σαν μαρμελάδα επάνω στο τσιμέντο.

Ο σκύλος με το λουλούδι στο στόμα - Νικόλας Περδικάρης - Το Ροδακιό,2014 

Ραιημόν Κενώ | Ασκήσεις ύφους

IMG_4909

Σε χρόνο Παρατατικό

Γινόταν μεσημέρι. Οι επιβάτες ανέβαιναν στο λεωφορείο. Στριμωχνόμασταν. Ένας νεαρός φορούσε στο κεφάλι ένα καπέλο, που περιτριγυριζόταν από ένα κορδόνι αντί για μια κορδέλα. Ο λαιμός του μάκραινε. Διαμαρτυρόταν κατά του διπλανού του γιατί, καθώς έλεγε, τον έσπρωχνε. Μόλις αντιλαμβανόταν ένα κάθισμα ελεύθερο, έτρεχε προς τα κει και καθότανε.
Τον αντιλαμβανόμουν αργότερα, μπροστά στο σταθμό Σαίν Λαζάρ. Φορούσε ένα παλτό. Ένας φίλος του που βρισκόταν εκεί του έδινε αυτή τη συμβουλή: χρειαζόταν να έραβε ένα πρόσθετο κουμπί.

Ασκήσεις ύφους - Ραιημόν Κενώ - Ύψιλον, 1984