Ο πορτοκαλί χαρταετός

Rene Magritte

Στη χώρα των Λευκών Ανέμων, στις όχθες του Kρυστάλλινου ποταμού, είναι χτισμένο το πιο χρωματιστό χωριό σε ολόκληρο τον κόσμο. Το Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ. Δηλαδή, το χωριό των χαρταετών.

Το Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ έχει  τριάντα πέντε σπίτια, όλα σε σχήματα χαρταετών. Εξάγωνα, στρογγυλά, πεντάγωνα, ακόμη και σε σχήμα ρόμβου. Τριάντα πέντε χαρταετόσπιτα με διαφορετικό χρώμα το καθένα. Οι στέγες των περίεργων αυτών σπιτιών είναι φτιαγμένες από ξύλο και αδιάβροχο χαρτί και στην πίσω πλευρά τους κρέμεται μια χαρταετοουρά από πάνινες κορδέλες.

Παλιότερα, όλες οι στέγες είχαν κεραμίδια. Τα κεραμίδια όμως δημιουργούσαν μεγάλο πονοκέφαλο στους κατοίκους του χωριού. Κι αυτό γιατί κάθε χρόνο, από το Μάϊο ως τον Οκτώβριο, το Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ επισκέπτονταν οι μουσώνες.

Οι μουσώνες ήταν πολύ θυμωμένοι άνεμοι που δεν άφηναν τίποτα όρθιο στο πέρασμά τους. Έκοβαν τα φρούτα από τα δέντρα, άρπαζαν τα καπέλα από τα κεφάλια των ανθρώπων, τα απλωμένα ρούχα απ’ τα σχοινιά, το κολατσιό από τις τσέπες των παιδιών. Το μεγαλύτερο όμως μέρος του θυμού τους το ξεσπούσαν στα κεραμίδια. Στέκονταν από  πάνω τους και φυσούσαν μέχρι να τα ξηλώσουν όλα. Φυσούσαν τόσο δυνατά που πολλές φορές τα κεραμίδια πετούσαν μέχρι τα διπλανά χωριά. Μια φορά μάλιστα, ένας κεραμιδόγατος που δεν πρόλαβε να πηδήξει στο έδαφος, βρέθηκε να περιπλανιέται ώρες ολόκληρες γαντζωμένος σ’ ένα ιπτάμενο κεραμίδι, μέχρι να προσγειωθεί τελικά στο κεφάλι ενός άτυχου χωρικού, αφήνοντάς του ένα πελώριο κόκκινο καρούμπαλο.

Σ’ ένα από τα τριανταπέντε χαρταετόσπιτα – στο πράσινο- ζούσε ο Άλακ με τη οικογένειά του.

Ο Άλακ ήταν ο ξακουστότερος χαρταετοτεχνίτης σε ολόκληρη τη χώρα. Τα παιδιά λάτρευαν τους χαρταετούς του. Τα σχήματα, τα χρώματα, τις φουντωτές ουρές τους. Τους χαρταετούς που κατασκεύαζε τους πουλούσε σε πανηγύρια, παζάρια και γιορτές. Γι αυτό το λόγο ταξίδευε συνεχώς από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη.

Πριν από μερικά χρόνια, σ’ ένα από τα πολλά ταξίδια του, ο Άλακ βρέθηκε στο Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ για το ετήσιο πανηγύρι του χωριού. Στο πανηγύρι εκείνο, γνώρισε τη Χάνσα. Η Χάνσα ήταν η κόρη του στρουμπουλόχρωμου δασκάλου του χωριού. Μόλις την πρωτοαντίκρισε, η καρδιά του άρχισε να χτυπά τόσο χαρούμενα, όπως την ημέρα που είδε τον πρώτο του χαρταετό να πετά καμαρωτός ανάμεσα στα
αφράτα σύννεφα. Το ίδιο χαρούμενα όμως χτύπησε και η καρδιά της Χάνσα.

Λίγους μήνες αργότερα, ο Άλακ βρέθηκε ξανά στο Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ. Αυτή τη φορά όμως όχι για γιορτή ή πανηγύρι αλλά για να ζητήσει επίσημα σε γάμο τη Χάνσα από τον πατέρα της. Ο δάσκαλος δέχτηκε με μεγάλη ευχαρίστηση κι έτσι η Χάνσα και ο Άλακ παντρεύτηκαν ανήμερα της  γιορτής της άνοιξης.

Τον επόμενο χρόνο, μόλις ωρίμασαν οι κερασιές στον κήπο τους, ο Άλακ και η Χάνσα απέκτησαν το πρώτο τους παιδί. Τη Λεκ. Αυτή ήταν η πιο ευτυχισμένη ημέρα στη ζωή τους. Η Λεκ, πριν ακόμη μάθει να μιλά, έμαθε να αγαπά. Η μητέρα της την  έμαθε να αγαπά τις κερασιές και τους αδύναμους ανθρώπους. Ο πατέρας της την έμαθε να αγαπά τα χρώματα και τους χαρταετούς. Και ο παππούς της να αγαπά τις λέξεις και τους αριθμούς.

Τα απογεύματα, η Χάνσα έντυνε τη Λεκ με το κερασόχρωμο φόρεμά της, τις καναρινί κάλτσες και τα βιολετί παπούτσιά της και την πήγαινε βόλτα στη μεγάλη πλατεία του Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ. Εκεί μαζεύονταν όλα τα παιδιά του χωριού για να παίξουν, να γελάσουν, να ταΐσουν τον καφετί σκίουρο της αιωνόβιας βελανιδιάς και φυσικά για να πετάξουν τα πολύχρωμα χάρτινα πουλιά που κατασκεύαζε ο Άλακ στο εργαστήριό του.

Ο καλύτερος φίλος της Λεκ ήταν ο Σανούκ. Μαζί του μοιραζόταν τα πάντα. Τα παιχνίδια, το ποδήλατο, το κολατσιό, ακόμη και τον πορτοκαλί χαρταετό της, που ήταν φτιαγμένος από ύφασμα αερόστατου και όμοιός του δεν υπήρχε σε ολόκληρη τη χώρα. Ο Σανούκ, που ήταν γιός  του χρωματοποιού του Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ, έβγαζε από τις τσέπες του κόκκινου παντελονιού του, σωληνάρια με τις πιο απίθανες μπογιές και τα χάριζε στη Λεκ. Εκείνη τα ζούλαγε, άπλωνε τις μπογιές στις άκρες των δαχτύλων της και ζωγράφιζε τα πεσμένα φύλλα των δέντρων.

Ο χρόνος κυλούσε ανέμελα για τη Λεκ. Δυο μήνες όμως πριν από τα έκτα της γενέθλια, όλα άλλαξαν.

Ο Άλακ επέστρεψε στενοχωρημένος από τη γιορτή του καλαμποκιού όπου είχε πάει για να πουλήσει τους χαρταετούς του. Στάθηκε για λίγο στην πόρτα της κουζίνας. Η Χάνσα, πάνω από την κίτρινη κατσαρόλα με τα λευκά χερούλια, έφτιαχνε τάρτα με κεράσια. Πλάι της η Λεκ ανεβασμένη σ’ ένα ξύλινο σκαμπό, μ’ έναν πελώριο μαγειρικό σκούφο στο κεφάλι, τραγουδούσε φωναχτά…

Χιόνισε ζάχαρη μέσα στην κατσαρόλα.
Μια βανίλια σκόνταψε και χάθηκε στα χιόνια
.

Ένα δάκρυ περπάτησε στο μάγουλο του Άλακ. Μετά κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Τον τελευταίο χρόνο η δουλειά του δεν πήγαινε καθόλου καλά. Οι χαρταετοί του έμεναν απούλητοι στο εργαστήριό. Ακόμη και στη γιορτή του καλαμποκιού, τη μεγαλύτερη καλοκαιρινή γιορτή, κατάφερε να πουλήσει μοναχά τρεις χαρταετούς.

Δεν ήθελε όμως να τον δει η Λεκ στενοχωρημένο. Γι’ αυτό, έβγαλε το μπλε μαντήλι από τη τσέπη του, σκούπισε τα υγρά του μάτια, έκρυψε τα δάκρυα στην τσέπη του καρό σακακιού του, και μπήκε τραγουδώντας στην κουζίνα…

Χιόνισε ζάχαρη μέσα στην κατσαρόλα.
Τα κεράσια έτρεξαν να παίξουν με τα χιόνια.

Το επόμενο πρωί, ο Άλακ σφράγισε το γαλάζιο βαλιτσάκι με τους πολύχρωμους σπάγκους, τα γυαλιστερά χαρτιά, τις κόλες, τα χοντροκέφαλα καρφάκια και το αγαπημένο του κόκκινο σφυράκι και άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Παντού! Στο Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ, στα κοντινά χωριά, στην πόλη. Μα όσο κι αν περπάτησε, όσο κι αν προσπάθησε, δεν κατάφερε τίποτα. Καμία δουλειά δεν υπήρχε για εκείνον στη χώρα των Λευκών Ανέμων.

Ο καλύτερος του φίλος, ο  Ντόκ , του είχε μιλήσει παλιότερα για το μεγάλο εργοστάσιο παιχνιδιών στη Χώρα τον Γαλάζιων Ποταμών. Και τί δεν έφτιαχνε εκείνο το εργοστάσιο. Κούκλες που χόρευαν και τραγουδούσαν, τρενάκια που έβγαζαν καπνό από τη μύτη τους, κουρδιστά αυτοκινητάκια, κουκλόσπιτα, μολυβένια στρατιωτάκια, γυαλιστερά πατίνια, ροκάνες και φυσικά χαρταετούς.

 Ένας χαρταετοτεχνίτης σαν τον Άλακ θα έβρισκε εύκολα δουλειά εκεί μέσα.

Στη χώρα των Γαλάζιων Ποταμών όμως; Σε μια ξένη χώρα; Μακριά από φίλους και συγγενείς;

Αλλά όσο κι αν αγαπούσε τη χώρα του, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Την επόμενη μέρα κιόλας, μίλησε στη Χάνσα για το εργοστάσιο παιχνιδιών και οι δυο τους πήραν τη δύσκολη απόφαση να φύγουν από τη χώρα των Λευκών Ανέμων και να μετακομίσουν στη χώρα των Γαλάζιων Ποταμών. Αυτή ήταν η μόνη λύση.

Τα καφέ αμυγδαλωτά μάτια της Λεκ πλημμύρισαν με δάκρυα όταν το έμαθε. Στεναχωρήθηκε που θα άφηνε πίσω τον Σανούκ, τον παππού της, τον αγαπημένο της σκίουρο, τον κήπο με τις κερασιές. Ενθουσιάστηκε όμως με την ιδέα του ταξιδιού. Ο Σανούκ έλεγε πως στην άλλη όχθη του κρυστάλλινου ποταμού του, στα βάθη του δάσους των δεντροσπουργιτών, υπήρχε μια μαγεμένη λίμνη, που άλλοτε γινόταν λευκή κι επάνω της περπατούσαν άνθρωποι, κι άλλοτε γαλάζια και κολυμπούσαν μέσα της κάτι περίεργα πουλιά με ροζ λαιμούς.

Μια εβδομάδα μετά τα έκτα γενέθλια της Λεκ, αφού αποχαιρέτησαν φίλους και συγγενείς, ο Άλακ, η Χάνσα και η Λεκ επιβιβάστηκαν στο κανελί καραβάκι που μετέφερε επιβάτες από τη μια όχθη του ποταμού στην άλλη.

Την ώρα που ξυπνούσαν τα νυχτολούλουδα στη χώρα των Λευκών Ανέμων, το κανελί καραβάκι ξεκίνησε το ταξίδι του. Το ποτάμι ήταν ήρεμο κι έτσι νωρίς το πρωί είχε κιόλας φτάσει στον στη χώρα των Γαλάζιων Ποταμών. Για να καταλήξουν όμως στην πόλη δηλαδή όπου ήταν χτισμένο το εργοστάσιο των παιχνιδιών, έπρεπε να διασχίσουν το απέραντο δάσος των δεντροσπουργιτών.

Ο Άλακ διάλεξε να ακολουθήσουν το φαρδύ μονοπάτι που είχαν χαράξει έμποροι που πηγαινοέφερναν την πραμάτεια τους.  Μπροστά βάδιζε εκείνος και πίσω του η Χάνσα με τη Λεκ, που κάθε τόσο πηδούσε για να φτάσει  τις πολύχρωμες πεταλούδες που πετούσαν αργά πάνω από το ψάθινο καπέλο της. Η δύση του ηλίου τους βρήκε λίγο έξω από την κοιλάδα των Ρόδων. Εκεί αποφάσισε ο Άλακ να περάσουν τη νύχτα, αφού ήθελε το πρώτο βράδυ της Λεκ μακριά από το σπίτι τους να έχει άρωμα τριαντάφυλλου.

Οι επόμενες τρεις ημέρες πέρασαν ευχάριστα. Το πρωινό όμως της πέμπτης ημέρας του ταξιδιού συνέβη κάτι απρόσμενο. Ήταν λίγο μετά το ξημέρωμα. Η Λεκ καθάριζε τον πορτοκαλί χαρταετό της. Οι γονείς της, της είχαν υποσχεθεί το προηγούμενο βράδυ, πως πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους θα μπορούσε να τον πετάξει στο μικρό ξέφωτο δίπλα στη λίμνη με τα νούφαρα. Με τη βοήθεια του Άλακ ο χαρταετός έφτασε γρήγορα στην αγκαλιά του ουρανού. Αυτό ενθουσίασε όχι μόνο τη Λεκ αλλά και μια παρέα δεντροσπουργιτών που άρχισαν να πετούν χαρούμενα τριγύρω του. Κελαηδούσαν, έκαναν βουτιές στο κενό, τρόμαζαν λίγο από το θρόϊσμα της φουντωτής ουράς του κι απομακρύνονταν αλλά επέστρεφαν. Το παιχνίδι τους με το χαρταετό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα. Μέχρι που ένας δυνατός κρότος τα έκανε να πετάξουν τρομαγμένα μακριά. Την ίδια στιγμή ο πορτοκαλί χαρταετός με μια απότομη βουτιά σωριάστηκε μπροστά στα βιολετί παπούτσια της Λεκ. Η Λεκ καθώς έσκυψε να τον μαζέψει παρατήρησε στο πορτοκαλί του ύφασμα, λίγο επάνω από τα ζύγια, μια μεγάλη τρύπα. Μια τρύπα σε σχήμα φύλλου βελανιδιάς. Τα μάτια της κοκκίνισαν και τα δάκρυα ξεκίνησαν μια ασταμάτητη τσουλήθρα στα ροδαλά της μάγουλα. Τα δάκρυα της Λεκ σταμάτησαν μόνο όταν έμαθε τί είχε συμβεί. Πως δηλαδή ο πορτοκαλί χαρταετός, είχε καταφέρει να σώσει την παρέα των δεντροσπουργιτών από τα σκάγια των κυνηγών.

Δηλαδή είναι ένας ήρωας φώναξε η Λεκ και το χαμόγελο επέστρεψε στο πρόσωπό της.

Τoμεσημέρι της επόμενης ημέρας κι ενώ διέσχιζαν το μονοπάτι γύρω από τις βελανιδιές, μια ασυνήθιστη καλοκαιρινή φυλοβροχή γέμισε φύλλα το ζεστό χώμα και τα μαλλιά των τριών ταξιδιωτών. Η Λεκ που δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο, έβγαλε αμέσως το κουτάκι με τις μπογιές που της είχε χαρίσει ο Σανούκ πριν να φύγουν από το Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ, πήρε την πορτοκαλί μπογιά κι άρχισε να χρωματίζει ένα πεσμένο φύλλο βελανιδιάς. Μόλις η μπογιά στέγνωσε, πήρε το φύλλο και το καρφίτσωσε επάνω στην τρύπα του χαρταετού. 

– Τώρα μπορεί να πετάξει ξανά, είπε γεμάτη ενθουσιασμό.

Τώρα μπορεί να πετάξει ξανά, απάντησαν με μια φωνή οι γονείς της.

Η Λεκ ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό κρατώντας τον πορτοκαλί χαρταετό στα μπογιατισμένα δάχτυλά της. Οι γονείς της τράβηξαν δυνατά τον λεμονί σπάγκο κι ο πορτοκαλί χαρταετός πέταξε αργά πάνω από τις κορφές των βελανιδιών. Το μπογιατισμένο φύλλο της βελανιδιάς όμως δεν άντεξε πολύ στον αέρα και η τρύπα άνοιξε ξανά. Παρόλ’ αυτά, ο πληγωμένος χαρταετός αντί να χάνει ύψος, πετούσε όλο και πιο ψηλά. Από σύννεφο σε σύννεφο. Σκαρφαλώνοντας στον ουρανό με τη βοήθεια των φιλόξενων δεντροσπουργιτών. Των πρώτων φίλων της Λεκ στη χώρα των Γαλάζιων Ποταμών. Με τα φτερά της νέας της πατρίδας.

 

 

Τέλος

 

Κείμενο : Αντώνης Τσόκος  -  Εικόνα: Rene Magritte
Advertisements

Χριστουγεννιάτικη βόλτα


Είμαι στο τιμόνι της αστραφτερής μεταλλικής μου ξύστρας. Αριστερά μου, ένα πορτοκαλί σουρωτήρι, με τον ήλιο αναμμένο σε όλες του τις τρύπες. Δεξιά μου ένα ακορντεόν γεμάτο κόσμο.

Ο ήλιος του Δεκέμβρη με παρακινεί ν’ ανοίξω την υφασμάτινη της οροφή. Μ’ ένα πάτημα στο μπεζ κουμπί του πουκαμίσου μου, αναδιπλώνεται αργά μες την κουκούλα του χακί μπουφάν που φοράω. Το κρύο με κυριεύει.

–  Ήλιε κατεργάρη, με ξεγέλασες.  Παρέα ήθελες.

Δέκα ζαχαρωτά πιο κάτω, ο χιονάνθρωπος που ελέγχει  την κίνηση, με σταματά. Βγάζει το πολύχρωμο κασκόλ του και μου το χαρίζει. Το τυλίγω στο λαιμό μου. Μυρίζει φρέσκο χιόνι.

Παραμονή Χριστουγέννων. Η κίνηση στους δρόμους της παιδικής φαντασίας, ατελείωτη. Η χαλασμένη εξάτμιση της μπρούτζινης δραχμής που κινείται μπροστά μου, αναδύει ένα σύννεφο λευκής βανίλιας.

Γυρίζω το μολύβι στη μηχανή. Η μύτη του έχει μικρύνει πολύ. Με δυσκολία κινείται. Ένα σύννεφο, μαύρου μολυβιού πετιέται στο αέρα.  Η ξύστρα μου ακινητοποιείται.

Βγάζω το κοχύλι από την τσέπη και τηλεφωνώ στον Άγιο Βασίλη.

Λίγες καραμέλες αργότερα, βλέπω το έλκηθρο να έρχεται από μακριά.

Χο, Χο,Χο. Μη στεναχωριέσαι μου λέει. Βάζει την ξύστρα μου μέσα στο σάκο του και χάνεται στον ουρανό.

Βαδίζω στο σοκολατοδρόμιο σκεφτικός. Ένα κίτρινο ξυπνητήρι σταματά δίπλα μου. Μια μελαχρινή μούσα με καλεί να μπω μέσα. Κάθομαι στο διπλανό δείκτη, κουρδίζει τη μηχανή και φεύγουμε μαζί προς άγνωστο παραμύθι…

 
Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Στο σαραβαλάκι μου. 

Γεννημένο την 4η Ιουλίου

sterianizali
Γεννήθηκα στις τέσσερις Ιουλίου του 2008, ώρα 11:05 πμ στο μαιευτήριο του wordpress. Το φύλο μου είναι blog. Το όνομα μου «στεριανή ζάλη». Νονός μου είναι ο Νίκος Καββαδίας.

Μίλησα από την πρώτη μέρα. Δεν είπα κάτι σπουδαίο. Αυτά που λένε τα blogs, όταν πρωτοαντικρίζουν τον κόσμο.

Δύο ημερών, διάβασα το γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ και πήγα βόλτα σ’ ένα θερινό σινεμά. Ύστερα ξεκουράστηκα. Την  έβδομη ημέρα απήγγειλα Κώστα Ουράνη κι έψαξα να βρω την κρυμμένη  ευτυχία. Πρέπει να ήμουν άσχημο μωρό, γιατί ως τότε κανείς δεν είχε έρθει να με επισκεφτεί. Εκτός από κάποιους περίεργους, που με κοιτούσαν κι έφευγαν χωρίς να πουν κουβέντα. Μέχρι που έγινα έντεκα ημερών και μίλησα για το facebook. Τότε ήταν που δέχτηκα την πρώτη μου επίσκεψη. Ήταν η Σοφία. Τι χαρά που μου έδωσε! Επιτέλους, δεν ήμουν μόνο.

Από τότε περνάει πολύ συχνά από εδώ και μου αφήνει την αισιοδοξία της. Λίγες μέρες αργότερα, ήρθε η Κατερίνα. Μου μίλησε και της μίλησα στον πληθυντικό. Τώρα πια, μιλάμε στον ενικό και την νιώθω φίλη μου. Μετά ήρθε η  Χουλκ. Πολύ τη συμπάθησα. Είναι λίγος καιρός τώρα που μένει μακριά από την μπλογκογειτονιά, αλλά τους καλούς γείτονες δεν τους ξεχνώ.

Κατοικώ σ’ ένα μαύρο με πράσινα παραθυρόφυλλα μπλοκ-σπιτάκι κι έχω παρκαρισμένη μια κόκκινη Jawa στην αυλή.  Μένω σε όμορφη γειτονιά. Οι μέρες εδώ είναι ηλιόλουστες. Ακόμη και το χειμώνα. Φροντίζει γι αυτό η Λιακάδα. Η θέα, μαγευτική. Ελάτε στο μπαλκόνι να σας δείξω τη μπλογκογειτονιά μου.

Εκεί ψηλά στα σκαλοπάτια είναι ο Μάνος. Έχει ανεβάσει την ποίηση του σε μια σκάλα και έτσι  βλέπει πάντα μακριά.

Στο βάθος, πάνω από τα αλμυρά νερά πετά η Γλαρένια. Έχει μια μεγάλη αγκαλιά που κλείνει μέσα της όλους εμάς του γλάρους, όπως μας αποκαλεί.

Πάνω από στα σύννεφα, κατοικεί μια νεράιδα. Όχι μια οποιαδήποτε νεράιδα. Η νεράιδα της βροχής. Απ’ όπου περνάει με τις στάλες της, παίρνουν πνοή οι λέξεις. Κοντά της, μένει η  Madame de la Luna που φροντίζει να έχουν μωβ χρώμα οι νύχτες μας.

Κάτω στην άσφαλτο, βαδίζουν μόνιμα δυο κόκκινα παπούτσια. Κάποια στιγμή περπατήσαμε μαζί σε δυο ημιτελείς ιστορίες.

Στην απέναντι ταράτσα, κάθεται μια νοικοκυρά και γράφει το ημερολόγιο της ως αργά το βράδυ.  Στο στενό δίπλα, μένουν οι καλλιτέχνες. Η Μαριέλα που χρωματίζει πίνακες με τα πινέλα της, η Εύα που ζωγραφίζει κείμενα με τα μολύβια της και η Νανά που μεταφέρει τις ιστορίες από τις μπλογκογειτονιές στον έξω κόσμο.

Πάμε όμως τώρα μέσα, γιατί περιμένω κόσμο. Έρχεται αρκετός κόσμος κάθε μέρα. Οι περισσότεροι στέκονται λίγο, διαβάζουν τις σκέψεις μου και φεύγουν χωρίς να πουν κουβέντα. Δεν με ενοχλεί καθόλου αυτό. Μ’ αρέσει η σιωπή που μοιραζόμαστε. Έρχονται και πολλοί περαστικοί. Τους περισσότερους τους φέρνει εδώ ο google. Ο οδηγός μιας μηχανής που αναζητά τα πάντα. Αλλά κάνει πολλά λάθη. Ζαλίζεται κι αυτός ο καημένος, με τόσους επιβάτες.

Στο μπλόκ- σπιτάκι μου δεν μένω τελείως μόνο μου. Τις μέρες που είμαι πολύ χαρούμενο ή πολύ λυπημένο, έρχονται οι φίλοι μου οι ποιητές. Τότε, σωπαίνω και απολαμβάνω την παρέα τους.

Ουφ! Πολύ μίλησα σήμερα. Πάω να ξεκουραστώ. Καινούργια χρονιά ξεκινάει. Θέλω να είμαι φρέσκο γιατί έχω ακόμη πολλά να σας πω…

Χριστούγεννα με τους κακούς των παραμυθιών

jc00022lg1
Παραμονή Χριστουγέννων στην πόλη των παραμυθιών. Δύο ολόκληρες ημέρες χιόνιζε ασταμάτητα. Τα πάντα τριγύρω ήταν λευκά. Μόλις έπεσε το σκοτάδι οι καντηλιεριδες βγήκαν στους δρόμους για ν’ ανάψουν τα φανάρια. Το κίτρινο φως από τα κεριά πάνω στο χιόνι έκανε την ατμόσφαιρα στην παραμυθούπολη μαγική. Στην πλατεία, ο Πήτερ Παν παρέα με τον Μικρό Πρίγκιπα σκάρωναν μπάλες από χιόνι και τις πετούσαν στους ανυποψίαστους περαστικούς. Μια απ’ αυτές βρήκε απρόσμενα στο κεφάλι τον Εμπενέζερ Σκρουτζ.

         Αλίμονο σας αν σας πιάσω στα χέρια μου παλιόπαιδα, φώναξε θυμωμένακαι κι άρχισε να τους κυνηγάει. Οι δυο φίλοι αναγκάστηκαν τρέξουν προς τον ουρανό για να γλυτώσουν.

Μια παραμονή Χριστουγέννων όπως τόσες άλλες. Έτσι τουλάχιστον έδειχνε. Υπήρχαν όμως κάποιοι που είχαν αντίθετη γνώμη.

Σ’ ένα υπόγειο στη σκοτεινή πλευρά της πόλης, εκεί που κανένας καντιλιέρης δεν φρόντιζε τα φανάρια, είχαν κανονίσει τη συνάντησή τους όλοι οι κακοί των παραμυθιών.

Μόλις το παλιό ρολόι στην πλατεία χτύπησε οκτώ φορές, άρχισαν σιγά σιγά να κάνουν την εμφάνιση τους. Πρώτες έφτασαν η μητριά της σταχτοπούτας με τις δυο κόρες της. Στη συνέχεια ακολούθησαν όλοι οι άλλοι.  Η κακιά μητριά της χιονάτης, η πονηρή αλεπού, η κλέφτρα νυφίτσα, ο κακός λύκος, κακές μάγισσες, δράκοι, ξωτικά. Όλοι ήταν εκεί, δεν έλειπε κανένας.

Όταν και ο τελευταίος κακός κατέβηκε τα σκαλιά του υπογείου, η βαριά πόρτα έκλεισε και όλοι τους κάθισαν γύρω από ένα τεράστιο ξύλινο τραπέζι. Ακολούθησε σιγή ώσπου το λόγο πήρε ένα μικρό ξωτικό.

         Ξέρετε όλοι σας γιατί μαζευτήκαμε εδώ. Πρέπει να δώσουμε ένα μάθημα σε όλους τους καλούς των παραμυθιών. Έχουν βάλει εμάς να κάνουμε όλη τη βρώμικη δουλειά και τα παιδιά αγαπάνε μόνο εκείνους. Εμείς πάντα μένουμε μόνοι μας, χωρίς να μας αγαπάει κανείς.

          Έχει δίκιο το ξωτικό, είπε η μητριά της σταχτοπούτας. Εμένα προχθές ένα παιδάκι -μόλις το παραμύθι τέλειωσε- πήρε ένα φαρδύ μαρκαδόρο και μου μουτζούρωσε το πρόσωπο. Και η σταχτοπούτα το μόνο που έκανε ήταν να βάλει τα γέλια. Έτσι μουτζουρωμένη που ήμουν, της θύμιζα λέει τον φίλο της τον κλόουν που ζει στο διπλανό παραμύθι.

Σιγά  σιγά, όλοι τους διηγήθηκαν μια παρόμοια ιστορία και όλοι συμφώνησαν ότι έπρεπε να κάνουν κάτι για να δείξουν στα παιδιά πως χωρίς αυτούς τα παραμύθια δεν θα είχαν κανένα νόημα.  Η μοναδική που δεν είχε μιλήσει ως εκείνη τη στιγμή ήταν η πονηρή αλεπού. Όταν και η τελευταία κακιά μάγισσα είπε τη δική της ιστορία, η πονηρή αλεπού σηκώθηκε και πήρε το λόγο.

         Φίλοι μου περίμενα να σας ακούσω όλους για να μιλήσω. Πολύ ωραία τα είπατε αλλά κανένας από εσάς δεν έδωσε μια λύση. ¨Όχι ότι περίμενα ν’ακούσω λύσεις από χαζά ξωτικά και από μάγισσες που μιλάνε όλη την ημέρα με τον καθρέφτη τους. Τη λύση, ακόμη μια φορά, θα τη δώσω εγώ.

Οι μάγισσες με δυσκολία συγκρατήθηκαν να μην κάνουν κακό στην αλεπού. Κάτι που κατάλαβε και η ίδια και έβαλε σε λειτουργία την πονηριά της για να μη δοκιμάσει κάποια δυσάρεστη έκπληξη.

         Κακοί μου φίλοι, τα παραμύθια χωρίς εσάς θα ήταν σαν ένα μαγικό φίλτρο χωρίς δάκρυα. Οι καλοί το ξέρουν αυτό. Ξέρουν πως χωρίς εσάς τα παραμύθια θα ήταν βαρετά. Δεν λένε όμως την αλήθεια στα παιδιά για ν’ αγαπούν μόνο εκείνους. Γι αυτό,  το μόνο που πρέπει να κάνουμε για να κερδίσουμε την αγάπη των παιδιών είναι να γίνουμε κι εμείς καλοί!

Φωνές διαμαρτυρίας άρχισαν να ακούγονται από παντού.

         Να γίνουμε καλοί ; Όλα εκτός από αυτό!, είπε έξαλλη η κακιά βασίλισσα.

         Το ξέρω πως σας ζητάω κάτι δύσκολο αλλά είναι η μόνη λύση, ο μόνος τρόπος για να καταλάβουν οι καλοί πως τα παιδιά τους αγαπούν επειδή υπάρχουμε εμείς. Θα γίνουμε λοιπόν καλοί για μια μέρα. Την πιο σημαντική ημέρα στην παραμυθούπολη. Την ημέρα των Χριστουγέννων.

Παρά τις αντιρρήσεις ορισμένων, η πρόταση της πονηρής αλεπούς ψηφίστηκε απ’ όλους. Έτσι. όταν το ρολόι χτύπησε δώδεκα φορές, όλοι οι κακοί, από κάθε γωνιά της παραμυθούπολης, ακόμα και από το πιο απομακρυσμένο παραμύθι, ξεχύθηκαν στους δρόμους και το πανηγύρι ξεκίνησε.

Οι κακές μάγισσες χτυπούσαν τα ραβδιά τους και μετέτρεπαν τις πέτρες σε σοκολατένια βουνά, οι δράκοι έβγαζαν από το στόμα τους καραμέλες, τα ξωτικά καθάριζαν τους δρόμους από τα χιόνια, η κακιά μητριά στόλιζε τα δέντρα της πλατείας μαζί με τη σταχτοπούτα και ο κακός ο λύκος βοηθούσε τον καλό ξυλοκόπο να κόψει ξύλα. Μέχρι και ο Εμπενέζερ Σκρουτζ έπαιζε χιονοπόλεμο με τα μικρά παιδιά.

Είχε αρχίσει να ξημερώνει και η κατάσταση στην παραμυθούπολη ήταν ανεξέλεγκτη. Καλοί και κακοί είχαν γεμίσει μουτζούρες στα πρόσωπα τους. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να βαριούνται τα παραμύθια.

Ο σοφός παραμυθάς έβλεπε όλα αυτά που συνέβαιναν και προσπαθούσε να βρει μια λύση. Τα Χριστούγεννα των παιδιών θα καταστρέφονταν. Πώς να πείσει όμως τους κακούς να ξαναγίνουν κακοί τώρα μάλιστα που έδειχναν να διασκεδάζουν τόσο… Έπρεπε να βρει κάποιον από τους καλούς ήρωες της παραμυθούπολης να τους μιλήσει. Κάποιον που θα άκουγαν. Σκέφτηκε, σκέφτηκε, σκέφτηκε, έξυσε τα άσπρα του μαλλιά …

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Μα πως δεν το σκέφτηκα νωρίτερα. Μόνο εκείνη μπορεί να ακούσουν.

Ο σοφός παραμυθάς τη βρήκε καθισμένη έξω από ένα σοκολατένιο βουνό. Δίπλα της, κάποιος κακός μάγος είχε ανάψει μια φωτιά για να την ζεσταίνει.

– Το ήξερα πως θα έρθεις είπε το κοριτσάκι στο σοφό παραμυθά.

– Ξέρεις ότι είσαι η μόνη που μπορεί να πείσει τους κακούς να γυρίσουν πίσω στα παραμύθια τους. Μόνο εσύ μπορείς να βοηθήσεις να μη καταστραφούν τα Χριστούγεννα των παιδιών. 

Δεν χρειάστηκε να πει κάτι άλλο. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα μάζεψε όλους τους κακούς και τους εξήγησε πόσο δυστυχισμένα είχαν κάνει τα παιδιά και πως αν συνέχιζαν έτσι θα τους κατέστρεφαν τα Χριστούγεννα. Οι κακοί στην αρχή έδειξαν να διαφωνούν αλλά αγαπούσαν τα παιδιά πολύ για να τους καταστρέψουν μια τόσο όμορφη ημέρα. Έτσι γύρισαν πίσω στα σκοτεινά χωριά τους. Τα παραμύθια ξαναζωντάνεψαν, τα παιδιά ξαναβρήκαν το χαμόγελο τους και οι μουτζούρες έφυγαν από τα πρόσωπα των καλών της παραμυθούπολης. Όλα έγιναν όπως παλιά. 

Ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια του σοφού παραμυθά. Δεν ήξερε αν ήταν δάκρυ χαράς ή λύπης, ήξερε μόνο πως τα παιδιά ήταν χαρούμενα. Έκλεισε το βαρύ βιβλίο των παραμυθιών ,το έβαλε στη θέση του και…ζήσαν αυτοί καλά…

  

Τέλος 

 

(Αφιερωμένο στα «κακά παιδιά» που θα αποκοιμηθούν αγκαλιά μ’ ένα παραμύθι περιμένοντας τον Άγιο Βασίλη) 

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

…και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα

Στα παραμύθια που δεν πίστεψα ποτέ και σε αυτά τα λίγα που πιστεύω, υπάρχει μια φράση αντίστοιχη με εκείνη των ταινιών με ευτυχισμένο τέλος. «… ζήσαν αυτοί καλά, και εμείς καλύτερα».

 Όταν το βιβλίο έκλεινε και η ιστορία τελείωνε, εμένα με βασάνιζε το ίδιο πάντα ερώτημα: «Και μετά; Τι έγινε μετά;»

Απάντηση δεν πήρα ποτέ από κανέναν. Γι αυτό και αποφάσισα να ψάξω να βρω μόνος μου την άκρη.

Η αρχή ήταν να  φανταστώ το «μετά» ενός πασίγνωστου παραμυθιού. Το «μετά» αν …ΔΕΝ  ….είχαν ζήσει αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Η Κοκκινοσκουφίτσα.

Στην Κοκκινοσκουφίτσα λοιπόν, για να σας θυμίσω, η ιστορία τελειώνει ως εξής:

Ο καλός ξυλοκόπος σκοτώνει τον κακό λύκο και σώζει την κοκκινοσκουφίτσα και την γιαγιά της από τα δόντια του.

Κι ύστερα;

Ύστερα,  η ζωή έμοιαζε να έχει ξαναβρεί τους κανονικούς της ρυθμούς.

Η γιαγιά συνέχιζε να μένει στο μικρό της σπίτι στο δάσος, παρά τις υποδείξεις όλων  ότι δεν ήταν διόλου ασφαλής εκεί.

Η Κοκκινοσκουφίτσα συνέχιζε να την επισκέπτεται καθημερινά για να της πηγαίνει φαγητό. Όλα έδειχναν άκρως φυσιολογικά. Έδειχναν. Γιατί στην πραγματικότητα, κάτι δεν πήγαινε καλά.

Αρκετά χιλιόμετρα μακριά απ’ το σπίτι της γιαγιάς,  στο  νοσοκομείο,  νοσηλευόταν ο  λύκος. Διάγνωση: κρανιοεγγεφαλικές κακώσεις και μώλωπες σε όλο το σώμα.

 Τον είχε μεταφέρει εκεί, τρεις  μήνες νωρίτερα, ένα κακός ξυλοκόπος. (δυστυχώς κακοί υπάρχουν σε όλα τα επαγγέλματα ).

Όλον αυτόν τον καιρό, ο λύκος βρισκόταν σε κώμα. Εκείνο όμως το πρωί έγινε το θαύμα.

 Ο κακός  λύκος ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του.

Πού βρίσκομαι ; , ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή.

Στο νοσοκομείο είσαι, απάντησε η νοσοκόμα από την άλλη άκρη του δωματίου.

Και τι κάνω εδώ;

– Καλά δε θυμάσαι τίποτα ;

Απολύτως τίποτα.

– Περίμενε να φωνάξω το γιατρό.

‘Εξι ώρες αργότερα,  ο γιατρός επισκέφτηκε τον κακό λύκο ( το σύστημα υγείας δεν λειτουργεί φυσιολογικά ούτε στα παραμύθια ).

Πως είσαι ; ρώτησε ο γιατρός.

–  Γιατρέ μου δεν θυμάμαι τίποτα. Ούτε γιατί είμαι εδώ, ούτε ποιος μ’ έφερε , ούτε καν το όνομα μου!

Για να δούμε λοιπόν τι έχουμε εδώ…Σύμφωνα με το ταμπελάκι που βρίσκεται στο κρεβάτι σου είσαι ο ‘’ο κακός ο λύκος ’’ από το γνωστό παραμύθι η ‘’ Κοκκινοσκουφίτσα ‘’ . Σ’ έφεραν  μετά από τα χτυπήματα που δέχτηκες από τον ‘’ καλό ξυλοκόπο ‘’ .

– Γιατρέ μια άσχετη ερώτηση: Αυτός με χτύπησε και είναι καλός και εγώ που τις έφαγα είμαι ο κακός ;

Μάαααλιστα……Χμ…. Το πρόβλημα σου είναι πιο σοβαρό απ ό,τι νόμιζα. Ξεχνάς ότι πήγες να καταβροχθίσεις την Κοκκινοσκουφίτσα κι έκλεισες τη γιαγιά της στη ντουλάπα με τα χειμωνιάτικα ;

Τι μου λέτε γιατρέ μου τώρα; Εγώ αυτή την Κοκκινοσκουπίτσα ούτε που την ξέρω.

Κοκκινοσκουφίτσα ανόητε!

– Ναι, όπως κι αν τη λένε, εγώ αποκλείεται να προσπάθησα να τη φάω. Είμαι vegetarian!

Και θες να σε πιστέψω δηλαδή ;

Αν είχατε την ευχαρίστηση…

Καλά… Εγώ θα κάνω ότι σε πιστεύω… αλλά στο εξής να προσέχεις τι τρως! Έχεις πρόβλημα με τη χοληστερίνη σου .Μόνο λαχανικά και καρότα!

– Ό,τι πείτε εσείς. Μπορώ να φύγω από εδώ ;

Ναι βέβαια. Χρειαζόμαστε και το κρεβάτι. Τυχερός είσαι γιατί αν δεν είχες ξυπνήσεις και σήμερα θα σε δήλωνα νεκρό.

Κατάλαβα, πείτε ότι έφυγα ήδη!

Στο μεταξύ, στο σπίτι της γιαγιάς κάποιος χτυπάει την πόρτα.

Ποιος είναι ; ρωτάει η γιαγιά ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ανήμπορη να σηκωθεί.

Γιαγιά, η Κοκκινοσκουφίτσα είμαι!

– Α, έλα παιδάκι μου. Μπες. Το κλειδί είναι πάνω στην πόρτα. Άνοιξε και μπες.

 Και αφού μπαίνει μέσα….

Γεια σου γιαγιάκα. Σου έφερα γλυκό που έφτιαξε η μητέρα μου.

Σ’ ευχαριστώ Κοκκινοσκουφίτσα μου. Και τι γλυκό μου έφερες ;

Κουραμπιέδες,  γιαγιάκα μου.

Ήμαρτον κοριτσάκι μου!. Από τα Χριστούγεννα κουραμπιέδες μου φέρνεις και είναι καλοκαίρι πια! Πόσους είχε φτιάξει επιτέλους η μάνα σου ;

Οι ίδιοι είναι γιαγιάκα μου, απλώς κάθε φορά που φεύγω τους παίρνω μαζί μου. Ξεχνάς πως έχεις ζάχαρο και δεν κάνει να τρως γλυκά ;

Οι συζητήσεις της Κοκκινοσκουφίτσας με τη γιαγιά της δεν έβγαζαν ποτέ, πουθενά. Γι αυτό, ας δούμε καλύτερα τί κάνει ο κακός λύκος από τότε που βγήκε απ το νοσοκομείο…

Σ’ ένα δάσος λοιπόν….

Πω πω, τί λιγούρα είναι αυτή που έχω! Και είπε κι ο γιατρός να μη τρώω τίποτα παρά μόνο λαχανικά και καρότα. Α ωραία! Να ένα καρότο. Ας το φάω!

Και όπως κάνει ο κακός ο λύκος να φάει το καρότο ακούει…

– Με θυγχωρείται , εθείθ δεν είθτε ο κακόθ ο λύκοθ;

Ναι, έτσι λένε . Με ποιον έχω την τιμή να ομιλώ;

Έναθ λαγόθ είμαι κύριε. Κι εθείθ πάτε να φάτε το καρότο μου.

Ξέρετε, είναι συνταγή γιατρού. Έχω κάτι στερητικό στη χολή μου και ο γιατρός μου είπε να αποφεύγω τις καταχρήσεις.

Θυγνώμη κύριε λύκε, μήπωθ είθτε κόπανοθ ;

– Γιατί το λέτε αυτό κύριε λαγέ ;

Οι λύκοι δεν παθαίνουν χοληθτερίνη. Πολύ απλά, ο γιατρόθ θαθ κορόιδεψε για να μη φάτε την Κοκκινοθκουπίθα.

– Μα ποια είναι επιτέλους αυτή η Κοκκινοσκουπίτσα που θέλω να φάω ;

–  Κοκκινοθκουπίθα ανόητε. Μα θτ’ αλήθεια έχειθ πάθει αμνηθία ;

– Δυστυχώς, ναι!

– Θα θε βοηθήθω εγώ.

Τότε, ο λαγός κάθισε και είπε στον κακό λύκο τα πάντα.. Κι εκείνος ως εκ θαύματος τα θυμήθηκε όλα. Έτσι, την άλλη μέρα το πρωί, πήρε το μονοπάτι για να φτάσει στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας.

 

 –Ωραίαααα… εδώ είμαστε. Ήρθε η ώρα που περίμενα επιτέλους. Ας χτυπήσω τη πόρτα. 

ΤΟΚ ΤΟΚ ΤΟΚ

– Ποιος είναι ; φώναξε η γιαγιά.

Η Κοκκινοσκουπίτσα είμαι γιαγιά! Άνοιξέ μου! Όχι, λάθος… η Κοκκινοθκουπίθα ή όχι… τέλος πάντων η Κοκκινοτέτοια η εγγονή σου είμαι!

– Αχ, παιδάκι μου… μα δεν σου είπα ότι το κλειδί είναι επάνω στη πόρτα ; Άνοιξε και μπες.

Ο κακός ο λύκος άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Μόλις τον είδε η γιαγιά, είπε τρομαγμένη:

Εσύ δεν είσαι η Κοκκινοσκουφίτσα! Μα, για να σε δω καλά… Θεέ μου, πάλι εσύ ;

Μην ανησυχείς, δεν θα σε πειράξω. Εγώ την Κοκκινοσκουπίτσα θέλω να φάω. Εσένα, απλά θα σε δέσω και θα βάλω μέσα στη ντουλάπα.

Όχι, σε παρακαλώ! Όχι πάλι στη ντουλάπα! Προχθές ξεμύρισα από τις ναφθαλίνες. Βάλε με καλύτερα στο ψυγείο.

Ο καλός λύκος έδεσε τη γιαγιά και την έκρυψε μέσα στο ψυγείο .Μετά, φόρεσε τα γυαλιά της και τα ρούχα της και κάθισε να περιμένει την Κοκκινοσκουφίτσα να έρθει. Έτσι κι έγινε. Λίγη ώρα αργότερα, έφτασε η Κοκκινοσκουφίτσα.

Γεια σου γιαγιάκα μου.

Ήρθες, Κοκκινοσκουπίτσα μου ;

Ήρθα, γιαγιά μου. Σου έφερα και γλυκά γιατί με τις τελευταίες εξετάσεις που έκανες δεν είχες ζάχαρο.

Καλά,  το γλυκό θα το φάω μετά το φαγητό.

Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά ;

Είναι κληρονομικό,  παιδάκι μου. Έτσι είναι τ’ αυτιά στο σόι μας… σαν τηγανήτες. Μη στεναχωριέσαι όμως, θα μεγαλώσουν και τα δικά σου.

– Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο κόκκινα μάτια  ;

– Δεν είναι τίποτα παιδάκι μου, δεν έχω κοιμηθεί καλά.

– Και γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα ; Μάλλον,  άσε μη μου απαντήσεις. Φάε πρώτα το γλυκό που σου έφερα.

Τι καλό μου έφερες ;

Κουραμπιέδες. Έλα φάε.

Και τότε ο κακός ο λύκος έκανε το μοιραίο λάθος. Έφαγε τον κουραμπιέ που από την πολυκαιρία και το πήγαινε- έλα είχε γίνει σαν βότσαλο με ζάχαρη. Έτσι, έσπασε όλα του τα δόντια και άρα η Κοκκινοσκουφίτσα τη γλίτωσε δια παντός! 

Το συμπέρασμα που έβγαλα λοιπόν είναι ότι, πάντα, εκείνοι ζουν καλά κι εμείς καλύτερα. Κι όποιος αμφιβάλει ή έχει χάσει την πίστη του στα παραμύθια ή την παιδική του αθωότητα.  

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com