Μεσημεριανή σιέστα


Ανέσυρε από το ψάθινο κουτί το cd με τα παραδοσιακά ινδιάνικα τραγούδια  που είχε  προμηθευτεί το προηγούμενο απόγευμα από τον επίμονο έγχρωμο μικροπωλητή. Του έριξε μια επιπόλαιη ματιά και το έβαλε να παίξει, ρυθμίζοντας την ένταση σε συνθήκες μεσημεριανής σιέστας. Με νωχελικά βήματα, κατευθύνθηκε στην κουζίνα, άνοιξε την πόρτα του ψυγείου, έπιασε από το λαιμό το γυάλινο μπουκάλι με τον βουτηγμένο σε ούζο ξύλινο φελλό, και άδειασε το περιεχόμενό του στο διάφανο νεροπότηρο που βρισκόταν αναποδογυρισμένο στο μεταλλικό στραγγιστήρι.

Τύλιξε τα δάχτυλά της στο γεμάτο ποτήρι και πήρε το δρόμο της επιστροφής πραγματοποιώντας μια προγραμματισμένη στάση στο τραπεζάκι με τις Κυριακάτικες εφημερίδες. Διάλεξε μια που είχε λήξει δυο βδομάδες πριν, την έκρυψε κάτω από τον ώμο της και με μεξικάνικους ρυθμούς έφτασε ως  το κίτρινο κακοβαμμένο κομοδίνο. Ακούμπησε το δροσερό νερό στο τετράγωνο διαφημιστικό σουβέρ, κούφωσε τα ξύλινα πατζούρια, άνοιξε τα χέρια της και  βούτηξε ανάσκελα στα εμπριμέ σεντόνια.

Το σώμα της βυθίστηκε ακαριαία στο βαμβακερό στρώμα. Το κεφάλι της βούλιαξε στο πουπουλένιο μαξιλάρι, ενώ  τα μακριά μαύρα μαλλιά της ξεβράστηκαν στο κεφαλάρι του κρεβατιού.

Με τα λευκά απ’ τον χειμώνα χέρια της, ξεφύλλισε τη γεμάτη μαύρες ειδήσεις εφημερίδα. Στα μισά ενός άρθρου για τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, πριν προλάβουν τα δάχτυλά της και η καρδιά της να γεμίσουν μουτζούρες, τα βλέφαρα της έκλεισαν.  Λίγες μέρες πριν τα εγκαίνια του καλοκαιριού, ο πρώτος μεσημεριανός ύπνος κρύφτηκε στη ανοιξιάτικη αγκαλιά της.

Μέχρι…

…μέχρι την ώρα που ένα απρόσεχτο σπουργίτι σκούντησε τη γλάστρα με το δυόσμο έξω από το παράθυρό της…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com
Advertisements

Επίμονη μονοκατοικία


Το βράδυ θα έρθω να σε επισκεφτώ

Το ξέφρενο κουδούνισμα της παλιάς μαύρης τηλεφωνικής συσκευής τον πέτυχε στην αυλή της κίτρινης μονοκατοικίας να καθαρίζει την ηλιόσκονη από τις νεραντζιές. Παλιά συνήθεια. Από την εποχή που το τοπίο ήταν απλά αστικό. Χωματόδρομος, ένα αυθαίρετο διώροφο κι ένα μικροσκοπικό ζυθοπωλείο. Λίγα πλάνα αργότερα, το σκηνικό άλλαξε.

Τρείς καταθλιπτικούς ακάλυπτους πολυκατοικιών θέα πήρε αντιπαροχή ο κυρ Παντελής. Ο μοναδικός κάτοικος της πέτρινης μονοκατοικίας που μετρούσε σχεδόν έναν αιώνα ζωής. Ένα κίτρινο, πνιγμένο στους κισσούς κτίσμα, με δυο μπαρουτοκαπνισμένες καπνοδόχους, κι έναν ημίγλυκο κήπο, το κάδρο των ενοίκων του υπεραστικού πλέον τοπίου.

– Μπαγάσες εργολάβοι, με κτίσατε ανάποδα στη θέα, μονολόγησε ακουμπώντας το ακουστικό στη θέση του.

Παλιός κινηματογραφιστής, αριστερός, λάτρης της Catherine Deneuve και εχθρός του πράσινου τσιμέντου, δεν είδε ποτέ με καλό μάτι αρχιτέκτονες, μηχανικούς και εργολάβους. Λάτρευε να παίζει με τα νεύρα τους. Βαριέμαι τη στατικότατα των κτηρίων σας τους έλεγε. Η μόνη περίπτωση να πάρετε το οικόπεδο μου αντιπαροχή είναι αν χτίσετε καρουσέλ με ταράτσα.

Το τηλεφώνημα του έφερε αναστάτωση.Πρέπει να κρύψω το τοπίο, μουρμούρισε, κι αμέσως άνοιξε το μεταλλικό μπαούλο όπου φυλούσε τα κειμήλια της δουλειάς του. Ανέσυρε προσεκτικά την κινηματογραφική μηχανή προβολής. Με χειρουργικές κινήσεις, την ακούμπησε στην ξύλινη βάση της, τοποθέτησε το αγαπημένο του φιλμ – την ωραία της ημέρας, του Luis Bunuel –  και σημάδεψε με το φακό της, τις μπουγάδες των απέναντι πολυκατοικιών.

– Σε λευκά σεντόνια κι εργένικα φανελάκια ετοιμάσου να ξαπλώσεις το ταλέντο σου Catherine είπε, την ώρα που από τον απέναντι ακάλυπτο ένα μικρό γλαστράκι άφηνε το τελευταίο κοκκινόχωμά του στην αυλή της επίμονης μονοκατοικίας…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Τί γεύση έχει η άνοιξη;

Κοίταξε την άδεια από τσιγάρα κασετίνα που ξέχασε στο κομοδίνο της. Διάβασε πρώτα το τυπωμένο στιχάκι της καπνοβιομηχανίας.«Το κάπνισμα μπορεί να σκοτώσει». Μετά, τις γραμμένες με μπλε μελάνη περιφρονητικές λέξεις που στέκονταν πιο πάνω. «Το ίδιο και η άνοιξη».

Την έβαλε στην τσέπη, έδεσε σφιχτά την κόκκινη ποδιά στη μέση της, γέμισε την κατσαρόλα νερό και την ακούμπησε προσεκτικά στο κοκκινισμένο μάτι της κουζίνας. Περιμένοντας να πάρει βράση, ανακάτεψε στο μυαλό της την εικόνα με τις λέξεις του αχτένιστου ποιητή που βούλιαξε το μαξιλάρι της το πρώτο βράδυ του Απρίλη. «Χωράει η μυρωδιά της άνοιξης, σ’ ένα κουτί τσιγάρα» ;

Το ανυπόμονο πράσινο καπάκι, με τον άχαρο χορό του, διέκοψε τη σκέψη της.

Με μια ανάλαφρη κίνηση άνοιξε το κεφάλι της κατσαρόλας. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό, έπνιξε ένα σακούλι αθώα ραβιόλια στο βραστό νερό. Πάτησε το κουμπί του αποροφητήρα για να προλάβει τα δάκρυα τους,τα έκανε μια βόλτα με την ξύλινη κουτάλα κι αφού σιγουρεύτηκε ότι τα ζάλισε, έκλεισε το καπάκι.

Άνοιξε το ντουλάπι όπου φύλαγε τα πολύτιμα αλεύρια της. Τράβηξε με το ζόρι έξω ένα κίτρινο μισάνοιχτο σακούλι, το έγειρε προς το χέρι της κι άρχισε να το σκορπά στον πάγκο. Όταν αυτός έχασε τελείως το γκρι χρώμα του, ξάπλωσε  επάνω του μια μπάλα ακατέργαστη ζύμη. Ξεκρέμασε τον μπλάστρι κι άρχισε να γυμνάζει το στρουμπουλό ζυμάρι με τους τεμπέλικους μυς της.

Το κουδουνάκι του φούρνου χτύπησε χαρμόσυνα αναγγέλλοντας τα κουλουράκια κανέλας. Ξεφούρνισε την κουλουρένια λαμαρίνα, την ακούμπησε στο τραπέζι και  πάρκαρε στη θέση της το ταψί με το ζυμωτό ψωμί….

Οι ώρες περνούσαν κι εκείνη συνέχιζε να μαγειρεύει ακατάπαυστα. Τηγάνιζε, έπλαθε, φούρνιζε, ξεφούρνιζε, ανακάτευε και αναρωτιόταν…

..τί γεύση έχει η άνοιξη;

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Κάδρα γερμένα


Ασπρόμαυρη νύχτα.

Γυρνώ σαν την άδικη κατάρα, αναζητώντας μια θέση να σταθμεύσω το ταλαιπωρημένο μου σασί.  Ενάντια στις προλήψεις, την ώρα που στο ράδιο παίζει ο μαύρος γάτος, ανακαλύπτω δυο μέτρα γης ικανά να το χωρέσουν.

Παρκάρω τις αριστερές  ρόδες στην άσφαλτο. Τις καπιταλιστικές, στο πεζοδρόμιο. Ο αφηρημένος  μου προφυλακτήρας ακουμπά το μπροστινό κακομαθημένο τετρακίνητο θηρίο που αρχίζει να σκούζει. Το σπαρακτικό κλάμα του δεν δείχνει να συγκινεί κανέναν κάτοικο της γειτονιάς. Του χαρίζω ένα ειρωνικό βλέμμα, κουμπώνω το μπλε παλτό  και σημειώνω το όνομα του δρόμου στο έμμενταλ μυαλό μου.

Βράδυ Δεκέμβρη. Το αστικό χιόνι που πέφτει στα στενά του Γκύζη δεν φτάνει ούτε για μινιατούρα χιονάνθρωπο. Ακολουθώ δυο φλεγόμενες νότες που με βγάζουν σ’ ένα διανυκτερεύον μπαρ…

Μέρες αργότερα, μ’ ένα μουτρωμένο τριαντάφυλλο στα χέρια, σπάω τον κουμπαρά εκείνης της βραδιάς, εξαργυρώνοντας το πολυτιμότερο κέρμα στα λόγια μιας ανοιξιάτικης θαμώνας.

Οι ασπρόμαυρες βραδιές δεν με φοβίζουν. Γέρνω τους ζωγραφικούς πίνακες πριν κοιμηθώ και χύνεται επάνω μου η χρωμοβροχή που πέφτει στα τελάρα τους. Τις έγχρωμες τρέμω. Αυτών τα πρωινά ξημερώνουν σχεδόν πάντα σε λάθος κάδρα…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Μυθιστόρημα με ρόδες


Στεκόταν με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι του τρόλεϊ, κρατώντας σφιχτά στα χέρια το μυθιστόρημά της.

 Ένας πάκος πυκνογραμμένες σελίδες Α4, τυλιγμένες σε λευκό πλαστικό σπιράλ. Ένας πάκος ξενύχτια, πρωινή αργοπορία στη δουλειά, αφηρημένες στιγμές με φίλους.

Πέρασαν τέσσερις μήνες από την ημέρα που, διασχίζοντας με  παιδικά βήματα τον πεζόδρομο μπροστά από τον εκδοτικό οίκο, το παρέδωσε με μητρική ευλάβεια στα χέρια της κοκκινομάλλας υπαλλήλου. Τέσσερις μήνες γεμάτοι προσμονή. Την προσμονή ενός τηλεφωνήματος.

Ενός τηλεφωνήματος που  τη βρήκε έξω από το Αττικόν, να  χαζεύει την αφίσα από την καινούργια ταινία του Γούντι Άλεν. Η απαλή φωνή που ξεπήδησε από το μεγάφωνο της μικροσκοπικής συσκευής κινητής τηλεφωνίας πλήγωσε ευγενικά τα αυτιά της.

…λυπούμαστε… περάστε όποτε θέλετε να το παραλάβετε…

Ξεκόλλησε το πρόσωπο της από το παράθυρο. Κοίταξε τους επιβάτες. Τους φαντάστηκε όλους με το βιβλίο της στα χέρια τους, συνεπαρμένους από την πλοκή να αδιαφορούν για τις στάσεις και το μποτιλιάρισμα. Κοίταξε ξανά έξω από το παράθυρο. Ένα εγκαταλελειμμένο, γεμάτο σκόνη σαραβαλάκι βρισκόταν δίπλα σ’ έναν κάδο σκουπιδιών.

Τα μάτια της έλαμψαν.

Πάτησε με δύναμη το  κουμπί της στάσης. Η κόκκινη επιγραφή άναψε. Λίγα μέτρα πιο κάτω ,το τρόλεϊ σταμάτησε μπροστά σ’ ένα μπουλούκι αγανακτισμένων επιβατών. Ο οδηγός άνοιξε τις πόρτες κι εκείνη έτρεξε με ανυπομονησία προς το σαραβαλάκι. Ένα μπλε Fiat 500 της δεκαετίας του εξήντα. Ποιος μπορεί να εγκαταλείπει ένα τέτοιο αριστούργημα, σκέφτηκε. Έβγαλε τα μαύρα γάντια της και έγραψε με τα γυμνά της δάχτυλα στη σκόνη του παρμπρίζ τον τίτλο του μυθιστορήματός της.

Χαμένες Πέμπτες. 

Άφησε ένα χάδι στο παροπλισμένο πεντακοσαράκι και βάδισε με γρήγορα βήματα, ψάχνοντας την επόμενη σκονισμένη σελίδα του βιβλίου της. Ο ερχομός της νύχτας δεν έδειχνε να την πτοεί.  Το είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της. Μέχρι το ξημέρωμα, όλες οι σελίδες του βιβλίου της θα αποτυπώνονταν στη σκόνη αυτοκινήτων, λεωφορείων, φορτηγών, σχολικών.Tο επόμενο πρωινό, το μυθιστόρημα της θα ήταν έτοιμο να κυκλοφορήσει στους δρόμους της πόλης…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Νους υγιής

118
Ο Διαμαντής και η Διαμαντίνα βρίσκονταν ξαπλωμένοι στο άβολο παγκάκι της πλατείας. Εκείνη, είχε ακουμπισμένο το κεφάλι της επάνω του, διαβάζοντας  ένα περιοδικό μόδας ενώ εκείνος ξεφύλλιζε βαριεστημένα τα σύννεφα που είχαν μαζευτεί πάνω από εκείνη την όμορφη στιγμή.

Η Διαμαντίνα δε σταματούσε λεπτό να του δείχνει περιοδικές εικόνες  από άντρες με καλογυμνασμένους κοιλιακούς μυς. Η απάντηση που έπαιρνε, κάθε φορά που προχωρούσε στη σύγκριση τους με το ατελές σώμα του, ήταν πάντα η ίδια.

 Νους υγιής.

Ο Διαμαντής ένιωθε πολύ άνετα στο ευρύχωρο σώμα του και δεν θα σκεφτόταν ποτέ τη μετακόμιση, αν αυτή η εμμονή  του έρωτα στα όρια του στατιστικού λάθους, που αργότερα έγινε ο έρωτας της ζωής του, δεν κατέστρεφε τις πιο ποιητικές στιγμές τους. Έτσι, πήρε απόφαση να ξεκινήσει υγιεινή διατροφή και γυμναστική.

Οι επόμενοι έξι μήνες κύλισαν πάνω σ’ ένα διάδρομο , κάτω από μια φορτωμένη με κιλά μπάρα, ανάσκελα να προσεύχεται κάμψεις, μέσα σε μια σάουνα ή πάνω σ’ ένα δίσκο ισορροπίας να ψάχνει το κέντρο βάρους του έρωτα του. Γύμνασε όποιο σημείο του σώματος μπορούσε να γυμναστεί. Δικέφαλους, τρικέφαλος, κέφαλους, ακέφαλους. Ξετρύπωσε κάθε τεμπέλικο μυ που κατοικούσε στο σώμα του. Μέχρι που τα κατάφερε, να γίνει αυτό που προσδοκούσε ο μεγάλος έρωτας της ζωής του. Μια περιοδική εικόνα.

Η επόμενη βόλτα τους στο πάρκο, τούς έβγαλε στο ίδιο άβολο παγκάκι. Εκείνον να απαγγέλει τους πιο ερωτικούς στίχους του Pablo Neruda, και εκείνη να αναπολεί τους μαλακούς προσκέφαλους του έρωτα της ζωής της.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com