Όνειρα αξημέρωτα


Τα όνειρα ξεθωριάζουν στην κόψη της Τετάρτης.

Με αμίλητα λευκά χαρτιά και ένα bic στυλό στο προσκεφάλι τους.

Ανέχοντας μελωδικές φωνές.

Νηφάλια.

Σταγόνα αλκοόλ δεν βρίσκει το κουράγιο να τ’ αγγίξει.

Θνήσκουν λίγο πριν γεννηθούν. Προβάροντας λύπες επίμονα, χωρίς καμιά να είναι ικανή να τα χωρέσει.

Τα όνειρα χάνονται πριν το ξημέρωμα, με δάκρυα μωβ, αναπολώντας τα όνειρά τους.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Εικόνα: Yves Tanguy

Τριάντα πέντε λέξεις


Μια χούφτα λέξεις μου απόμειναν. Μ’ αυτές θα ζήσω. Αυτές θα βγάζω βόλτα τ’ απογεύματα. Μ’ αυτές θα εξοφλώ τις τυπικές κουβέντες μου. Πάνω τους θα ξεσπώ τα ερωτικά ξενύχτια μου.

Στις συλλαβές τους θα πιστώνω τ’ άσβηστα λάθη μου.

Στα σύμφωνά τους θα σιωπώ. Στις καταλήξεις τους θα ονειροπολώ. Στο νόημά τους θα παρηγορούμαι. Στην ανορθογραφία τους, θα ακουμπώ τη σφαιρική μελαγχολία μου.

Θα τις γυρίζω ανάποδα.

Θα τους ανακατεύω τα φωνήεντα.

Θα τις φιλώ παράτονα.

Θα τις μετρώ τα βράδια πριν κοιμάμαι.

Τριάντα πέντε λέξεις μ’ άντεξαν. Μ’ αυτές θα συναρμολογήσω την παραξενιά μου…

 Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Εκτός πραγματικότητας


Θέλω να φύγω μακριά. Μακριά από την ατάλαντη πραγματικότητα. Να μοιράσω ό,τι δεν μου ανήκει. Σε όσους τα πάντα ανήκουν. Να χαρίσω την υπομονή μου σ’ εκείνους που ξέρουν να υπομένουν. Να ξεφορτωθώ ό,τι βαραίνει τα όνειρα μου. Να φορτωθώ ό,τι από λάθος βρέθηκε εδώ κάτω, και για κάποιο παραμύθι της άγονης γραμμής να βάλω πλώρη.

Από ηλιαχτίδα σε ηλιαχτίδα ν’ ανεβοκατεβαίνω την ημέρα. Όχι έγκλειστος σε αμήχανους θαλάμους υδραυλικών ανελκυστήρων.

Από τον ξύλινο ήχο των  ροκάνων να ξυπνώ τα πρωινά. Να πάψω να πετάγομαι από κόρνες και κομμένες εξατμίσεις σαλεμένων οδηγών.

Να πλανίζω ψέματα και να σκουπίζω ροκανίδια στο ξυλουργείο του μαστρο Τζεπέτο. Μακριά από κάλπικους συνδικαλιστές κι άνεργους επαναστάτες.

Να με καλεί σε γεύμα ο παπουτσωμένος γάτος.  Στην όχθη κάποιας λίμνης μαγεμένης να τρώμε φρέσκα ψάρια και να τσουγκρίζουμε κρασί με ξυλοπόδαρους.

Να μην πετούν οι μίζες υπουργών πάνω απ’ το κεφάλι μου αλλά ο Πίτερ Παν που πάει στη χώρα του ποτέ.

Θέλω να φύγω μακριά. Μακριά από την πραγματικότητα της ποινικοποιημένης ευτυχίας.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Εσύ δεν ξέρεις


Εσύ δεν ξέρεις ήλιε, τί συμβαίνει όταν κυλάς σαν κέρμα στη σχισμή κάποιου βουνού.

Δεν έχεις μπει ποτέ μες το σκοτάδι. Δεν έψαξες ποτέ το φως στα άκρα της νύχτας.

Δεν ξέρεις πώς γελούν οι μεθυσμένοι. Πώς τραγουδούν οι άστεγοι το κρύο. Πώς μπογιατίζουνε τα χείλη τους οι νεράιδες της νύχτας. Πώς ξεθυμαίνει η υγρασία το θυμό της.

Δεν έχεις αναρωτηθεί ποτέ γιατί, όταν αλλού βραδιάζει, εδώ επίμονα νυχτώνει.

Δεν αναζήτησες ποτέ το διακόπτη κάποιου εφιάλτη. Ούτε πετάχτηκες από κουδούνισμα βραδινού μαντάτου.

Δεν μάλωσες με μια σταγόνα πόσιμου νερού στο βρόμικό σου νεροχύτη. Δεν έχεις λιμπιστεί ποτέ τα φώτα της απέναντι ταράτσας.

Αν θες  λοιπόν να ξαγρυπνώ μαζί σου τις ημέρες, απάντησέ μου.

Τί γυρεύει το φεγγάρι έξω από παράθυρό μου, μια ξέφτιλη νύχτα σαν την αποψινή;

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Ανόητο γκρι


Γκρενά κλωστή ανήμπορη ν’ αντέξει σε γκρι ύφασμα, κρεμιέται στα φιλντισένια του κουμπιά.

Γκρι.

Η  πιο ανόητη συνήθεια.

Η  πιο αδύναμη λέξη. Ανήμπορη ν’ αντέξει έναν τόνο.

Γκρι.

Κάποιος, κάπου, κάποτε, αφού του φούσκωσε τα μυαλά, το τοποθέτησε στο διάκενο λευκού και μαύρου, το άφησε να πιστεύει πως μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα τους, κι αυτό μέσα την αφέλεια του, το πίστεψε.

Γκρι.

Η  πιο άστοχη διάθεση. Μισό χαμόγελο πριν τη χαρά, μια στάλα δάκρυ πριν τη λύπη.
 

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Μελαγχόλησέ με

123
Αγριεύομαι στο φώς της ημέρας.  Φοβάμαι τις χαρούμενες φιγούρες. Με τρομάζουν τα γέλια τους.

Δώσε μου το χέρι σου. Άφησε με να χαθώ στη σκοτεινιά σου. Μόνο εκεί ξέρω να ζω.

Γδύσου το χαμόγελο που σου φόρεσαν, ντύσου την πιο αστραφτερή σου θλίψη.

Μελαγχόλησε με.

Σε παρακαλώ, μελαγχόλησέ με…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com