Σκέφτηκα να σ’ ερωτευτώ…


…να διεισδύσω στον πρόσθιο θάλαμο του αριστερού ματιού σου απ’ την αφύλακτη βαμμένη βλεφαρίδα. Στο ύψος της ίριδος να σταθώ. Να δω τον κόσμο καστανό. 
 

Να ζουλιχτώ ανάμεσα στον λεπτοκαμωμένο δείκτη και τον ακριβοστολισμένο μέσο. Προκλητικά υγιής, με όχημα το λευκό φιλτραρισμένο τσιγαρόχαρτο, να μπω βαθιά στα σωθικά σου.  

Πυρακτωμένο άρωμα να εισπνεύσω απ’ τα μισάνοιχτα κουμπιά της φθινοπωρινής ζακέτας. Με βήχα διαμπερή να πεταχτώ απ’ τα σκασμένα χείλη κι αναίσθητος να πέσω στ’ όνομά σου.  

Σκέφτηκα να σ’ ερωτευτώ με λεπτομέρεια γυμνού δευτερολέπτου μα το μετάνιωσα.  Ίσως να το σκεφτώ ξανά του χρόνου τέτοια μέρα… 

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com 
Advertisements

Αλφάβητο


Ξέρεις κάτι; Βαρέθηκα!

Βαρέθηκα τους λυπημένους ώμους σου. Το οξειδωμένο βλέμμα του καθρέφτη σου. Τη μαδημένη ψάθινη καρέκλα σου. Τους τσιμεντένιους μώλωπες απ’ το φωταγωγό σου. Τ’ άγρυπνα μάτια της ηλεκτρικής σου της κουζίνας. Το ντροπαλό νιαούρισμα του γάτου σου. Της καλοκαιρινής σου μύτης το ξεφλούδισμα. Την εφτάψυχη σου αισιοδοξία. Τα δακρυσμένα τζάμια του υπνοδωματίου σου. Τις πρόκες που κρεμάς τα αθώα κάδρα σου. Τα υπεράριθμα φλιτζάνια στο ντουλάπι σου. Τις παιδικές τις γρατζουνιές στα γόνατά σου. Τον ίσκιο κάτω απ’ το πρεβάζι σου. Τα ψίχουλα από φρυγανιές στα δάχτυλά σου. Το άσπρο ρούμι στα μπουκάλια σου. Τα κόκκινα τ’ αμίλητα τα μήλα σου. Τις γλίστρες στο χαμόγελό σου. Τις θυμωμένες μαύρες μπότες σου. Τις κυκλοθυμικές τουλίπες σου. Το φεγγαρόφωτο που κρύβεις στις πιτζάμες σου. Τις άδειες τις σακούλες των ματιών σου. Βαρέθηκα την ηλιοσκονισμένη την κουρτίνα σου. Βαρέθηκα τη ζέση της ζακέτας σου. Βαρέθηκα τα ωχρορόδινα μάγουλά σου.

Ολόκληρο αλφάβητο βαρέθηκα μαζί σου. Αλλά ξέρεις κάτι; Ό,τι βαριέμαι αγαπώ. Γι αυτό πάμε από την αρχή! Αγαπώ τους λυπημένους ώμους σου…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Μπαρμπακόλπος


Πίσω από τον μπερντέ με τις φιγούρες του Καραγκιόζη, του Κοπρίτη και του Πιτσικόκου, εκείνος. Με το Κολλητήρι στα μικροσκοπικά μου δάχτυλα εγώ.

Κατακαλόκαιρο στην εξοχή. Με την μαγκούρα της γιαγιάς να κυνηγά τον τροχονόμο που απειλούσε να τον γράψει για παράνομη στάθμευση. Από πίσω κι εγώ.

Κυριακές. Με χειμωνιάτικες λιακάδες και μυρωδιά καμένου λουκάνικου έξω από το Ολυμπιακό στάδιο. Ντυμένοι στα πράσινα κασκόλ μας τρέχαμε να προφτάσουμε την έναρξη του παιχνιδιού.

Παρασκευές στην ταβέρνα στο Κουκάκι. Με το καφέ γιλέκο του χόρευε ζεϊμπέκικο την Ευδοκία. Θα σου μάθω να χορεύεις κι εσύ μου έλεγε. Να χορεύουμε μαζί.

Στο τιμόνι του πράσινου station wagon, με το τριφύλλι στην καρδιά του παρμπρίζ, εκείνος. Στο πίσω κάθισμα εμείς. Τα κουτσούβελα.

– Μπαρμπακόλπο μη μας λες κουτσούβελα μπροστά στον ξένο κόσμο, διαμαρτυρόταν η αδερφή μου.

Μπαρμπακόλπο. Ποτέ θείε! Ποτέ με το όνομα του. Θύμα του αρκούδου των παιδικών μας χρόνων. Μπαρμπαμπαμπάς, ο αρκούδος. Μπαρπακόλπος, ο θείος μου.

– Ακούς εκεί κουτσούβελα, συνέχιζε η αδερφή μου. Δεν υπάρχει αυτή η λέξη. Σε ποιο λεξικό την έχεις διαβάσει;

Την αγάπησα τη λέξη κουτσούβελα. Πρώτη μπήκε στο κουτάκι των ιερών μου λέξεων.

Όταν έπαψα να είμαι κουτσούβελο έγινα μπαγασάκος. Δυσκολεύτηκα μέχρι να το συνηθίσω στο καινούργιο μου όνομα. Μου άρεσε όμως. Όπως κι αν με έλεγε ο Μπαρμπακόλπος, θα μου άρεσε. Ότι κι αν έκανε μου άρεσε.

Αθεράπευτα ιδεολόγος, οραματιστής, ρομαντικός. Καλλιτέχνης της στιγμής. Της κάθε στιγμής. Αυτό ήταν ο Μπαρμπακόλπος.

Αυτό ήσουν βρε μπαγάσα…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Αν δεν ήμουν άνθρωπος

116
Αν δεν ήμουν άνθρωπος, τενεκεδένιο ταμπούρλο, θα ήθελα να ήμουν. Να με χτυπούν, ρυθμικά στο κεφάλι  με τις μπαγκέτες τους, πλανόδιοι μουσικοί  σε φθινοπωρινές πλατείες.  

Να ήμουν  κλακέτα,  στα παπούτσια  μαυροντυμένου χορευτή.

Μια μεθυσμένη φέτα από λεμόνι, που χορεύει αγκαλιά μ’ ετοιμοθάνατα παγάκια. 

Μια λευκή κιμωλία. Να πλέκω εξισώσεις. Κι ύστερα ένα αφράτο σφουγγαράκι, να σκορπά τα σπλάχνα μου στη ζούγκλα του μαυροπίνακα.

 Φλόγα από αναπτυράκι. Να σβήνω, με την πρώτη φάλτσα νότα της συναυλίας.

Μια γρατζουνιά σε δίσκο βινυλίου.

Της Οίας το αναποδογυρισμένο ξύλινο παγκάκι. Να κοιτώ ανάποδα το ψεύτικο τοπίο του νησιού.

Ένα ελατήριο παιδικής τραμπάλας.

Η κόκκινη μύτη του πιο θλιμμένου κλόουν.

Ο κύλινδρος μια μαύρης καλογυαλισμένης γραφομηχανής. Να πυροβολούν τα γράμματα, τα λευκά αλεξίσφαιρα φύλλα που θα φορώ.

Αποφάσισα. Όταν τελειώσει η θητεία μου ως άνθρωπος, τραπουλόχαρτο σε ακτίνα παιδικού ποδηλάτου θέλω να γίνω…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Τέσσερις αγάπες

108

Τέσσερις αγάπες…

Η μούσα του χειμώνα…

Σταλακτίτες, κρεμασμένοι στα μαύρα της μαλλιά. Μυρωδιά καμένου ξύλου το άρωμα της.

Συντροφιά στις φλόγες, η κρύα αγκαλιά της.

Αναπολώ τα παγωμένα δάχτυλά της.

 

Η νεράιδα της άνοιξης…

Στις μελί μπούκλες της, μπλεγμένα ροδοπέταλα λευκά. Μωβ μπουκαμβίλια, στο κορμί της τυλιγμένη.

 Ξαπλωμένη ανάσκελα, στίχους στις παπαρούνες απαγγέλλει.

Μεθώ, όταν τα χείλη της, με άρωμα ποτισμένου στη νύχτα χαμομηλιού,  φιλούν τον άνεμο.

Η σειρήνα του καλοκαιριού…

Θαλασσινή αλμύρα και μελτέμια ερίζουν για τα ξανθά μαλλιά της. Ντυμένη διάφανο φόρεμα, ξυπόλητη στο βράχο, λούζει στο φως αμμόλοφους με λευκά κρινάκια.

Ξεδιψώ, με δροσερή μέντα κάτω από τον ίσκιο του ψάθινου καπέλου της.

Η αγάπη του φθινοπώρου…

Κυλισμένη σε υγρό χώμα, αδέσποτα φύλλα σκεπασμένη. Μελαγχολία στάζουν τα ξέμπλεκα κόκκινα μαλλιά της.

Προσμένω με λαχτάρα να κρύψει τον ήλιο στη μαθητική ποδιά της.  

…με κάνουν ν’ αναρωτιέμαι.

Μοιράζεται η αγάπη σε ίσα μέρη;

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com

Άρωμα Ζακύνθου

107
Με το άρωμά της να έχει ποτίσει τα ρούχα, το σώμα, τις αισθήσεις μου, προσπαθώ να γράψω κάτι για εκείνη.

Ζάκυνθος.

Είναι φορές που οι λέξεις με ταλαιπωρούν. Κρύβονται στα πιο απίθανα σημεία του μυαλού μου. Με χίλια παρακάλια, πείθω μερικές να με ακολουθούσουν. Σήμερα που ήξεραν πως θα έγραφα για κείνη, με περίμεναν απ’ το πρωί χαμογελαστές. Με αιφνιδίασαν. Δεν ήξερα ποιες να πρωτοπάρω από το χέρι για να ξεκινήσουμε ετούτο το ταξίδι.

Κάθε φορά που το καράβι προσεγγίζει το λιμάνι της, ξεχνώ τα πάντα. Το μόνο που θέλω  είναι ν’ ανοίξω τα χέρια μου και να την αγκαλιάσω.

Να μείνουμε αγκαλιασμένοι, να θυμηθούμε για λίγο τα παλιά κι ύστερα να βαδίσουμε στα γνωστά τα μέρη. Από το λιμάνι, που μοσχοβολά ο αέρας του Ιονίου προς το Βασιλικό. Διαδρομή μέσα από βουνά που ευωδιάζουν πεύκο και θυμάρι. Κάθε τόσο στάση σε κάποια παραλία. Από το Πόρτο Ζόρο με τους μεγάλους βράχους στη θάλασσα, μέχρι το σπίτι της θαλάσσιας χελώνας στον Γέρακα. Παραλίες, που σε κοιτούν με γαλαζοπράσινα μάτια. Σε χαϊδεύουν με τ’ απαλά νερά τους. Σου προσφέρουν για μαξιλάρι την κόκκινη άμμο τους.

Ύστερα στον Λαγανά. Εκεί που ποίηση γράφουν οι σάρκες οι λευκές. Κρύα κορμιά, ανάσες βόρειες, χιονισμένες ξανθές μπούκλες. Νεράιδες, με φλογισμένα μάτια που επιπλέουν σε διάφανα νερά. Ανάσκελα ξαπλωμένες σε πολύχρωμα φουσκωτά φαναράκια. Παραδομένες άνευ όρων σε άγνωστους ανέμους. Με δάχτυλα, που από μάλλινα γάντια έχουν δραπετέψει, να χαϊδεύουν τη θάλασσα.

Από εκεί στις Αλυκές, τον Αλυκανά,  το Τσιλιβί, το Πόρτο Ρόμα, το Πόρτο Κούκλα, το Ναυάγιο, το Μαραθονήσι, τις γαλάζιες σπηλιές… Μέχρι να πάρει απόφαση ο ήλιος να περάσει τους ελαιώνες, για να βρεθεί στο Κερί. Να βαρεθεί το παιχνίδι  με τα’ αχόρταγα φλας και ν’ αφήσει τη νύχτα να ντύσει το νησί.

Τότε είναι που το άνθος της ανατολής γίνεται επικίνδυνα όμορφο. Η Μπόχαλη δε χορταίνει να κοιτά την πόλη από ψηλά.

Χαζεύει
τις άμαξες που στέκονται στην άκρη του λιμανιού. Με τα άλογα, που ανυπομονούν να χορέψουν κλακέτες στους δρόμους.

Ξεχνιέται στο Portofino. Το μπαράκι πάνω στη θάλασσα, που θυμίζει ποίημα του Καββαδία.  Με τις ψάθες, τα ανάμενα κεράκια, τα φαναράκια στη θάλασσα, τα κρεμασμένα στους πυρσούς κοχύλια, τους ναυτικούς κόμπους, τις ερωτευμένες νότες και το μεθυστικό άρωμα της υγρασίας.

Ξενυχτά στην πιο παραδοσιακή ταβέρνα του νησιού, με τις κληματαριές, τις πικροδάφνες και τα ξύλινα βαρέλια. Εκεί που ακόμη και ο τρελοζακυνθεούλης περνά να ακούσει τον κυρ – Γιάννη και τον κυρ – Νίκο όπου, συνοδεία από κιθάρες και μαντολίνα, απαγγέλουν επτανησιακές καντάδες.

Πίσω πάλι στην Αθήνα κοιτώ  τη θέα απ’ το μπαλκόνι. Από τη μία ο Υμηττός με τις κεραίες στο φαλακρό κεφάλι του και από την άλλη ο Λυκαβηττός με το εκκλησάκι του.

Οι ήχοι από τις καντάδες ακόμη αντηχούν στα αυτιά μου.

Ας χαμηλώναν, ας χαμηλώναν  τα βουνά, να βλέπα το Λεβάντε…

Κείμενο - Φωτογραφία: Αντώνης Τσόκος