Θωμάς Γκόρπας | Αναπόληση

Izis

Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη
και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κ’ εσύ
να περνάς απ’ έξω.
Φωτογραφία: Izis Bidermanas
Advertisements

Έκτη μέρα | Αντώνης Τσόκος

 

Woodman
Η Εύα πλάστηκε από
τα πλευρά του Αδάμ.
Πόσο με αγαλλιάζει
αυτή η πλάση.
Στο πλευρό μου έχω
πάντα μια γυναίκα.
Ύψιστη ευθύνη.
Τα βράδια πρέπει να
προσέχω πώς κοιμάμαι.
Μην κατά λάθος
πλακώσω την ανάσα της.
Φωτογραφία: Francesca Woodman
Ένα ποτήρι ακόμη, Τσαρλς - Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Το λάθος | Θωμάς Γκόρπας

 

Tsokou.g

Να μη χαθούμε μες την ερημιά του κόσμου έλεγε
χαθήκαμε μες σε κατάμεστο ξενυχτάδικο
άγγελοι μετανάστες σε αθηναϊκό υπόγειο ουρανό.
Το πρωί μου τηλεφώνησε να μάθει αν τη θέλω ακόμα.
Δε σ’ ακούω της είπα πάρε το μηδέν.
Αλλά εκείνη πήρε λάθος… Πήρα λάθος μου είπε
να με συγχωρείτε.

Φωτογραφία: Γεωργία Τσόκου

 

Σειρήνες στη βροχή

Είδα μια πεταλούδα
να φιλά μια άλλη πεταλούδα.
Ήταν Σεπτέμβριος κι είχαν σβηστεί
τα μάτια μου απ’ την αϋπνία.

Όταν θα σ’ ερωτεύομαι
να με κοιτάς στα μάτια,
είπε η ερωτευμένη
στην ερωτευόμενη.
Όταν με ερωτεύονται
κρατώ τα μάτια κλειστά,
απάντησε εκείνη.
Ήταν φθινόπωρο
κι έβρεχε στην Αθήνα.
Ίσως και σ’ άλλες πόλεις.
Δεν έγινε γνωστό σε ποιες.
Απ’ το απέναντι σπίτι,
αυτό με το χτισμένο παράθυρο,
έπαιρναν μια γυναίκα
με το ασθενοφόρο.
Και ηχούσε τόσο
όμορφα η σειρήνα στη βροχή.

Αντώνης τσόκος  - Φωτογραφία:Keith Carter
Ένα ποτήρι ακόμη, Τσαρλς - Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Η διαθήκη μου | Γεώργιος Σουρής

Lewis Hine

Ἂν καὶ δὲν πιστεύω πὼς θὲ νὰ πεθάνω,
ἂν καὶ μὲς στὸ ἄνθος εἶμαι τῆς ζωῆς μου,
διαθήκη ὅμως σκέπτομαι νὰ κάνω,
γιὰ νὰ μὴ μὲ τύπτει ἡ συνείδησίς μου.

Ποιός γνωρίζει τάχα τί μοῦ ξημερώνει!
ἐνῷ πᾷς στὸ δρόμο ξένοιαστος… τί φρίκη!
ἅμαξα ἢ κάρρο σὲ καταπλακώνει,
κι’ ἔτσι ξεμπερδεύεις δίχως διαθήκη.

Πένα στὴ θανή μου ὕμνους νὰ μὴ γράψει,
οὔτε δάκρυ θέλω νὰ χυθεῖ κανένα,
κι’ οὔτε αὐτὸς ἀκόμη θέλω νὰ μὲ κλάψει,
ποὺ ἐλπίζει ψῆφο νἄχει κι’ ἀπὸ μένα.

Εἰς τὸ Οὐεστμίνστερ θέλω νὰ μὲ θάψουν,
ἀλλ’ ἀφοῦ βεβαίως τοῦτο δὲν θὰ γίνει,
ὅπου σᾶς ἀρέσει, τάφο ἂς μοῦ σκάψουν,
κι’ ὅλη μου ἡ δόξα κτῆμα σας ἂς μείνει.

Γύρω μου νὰ στέκουν μοῦτρα χαρωπά,
ὄχι σκέπες, μαῦρα καὶ κραυγές ὀδύνης,
νὰ μὴν ἔλθει ράσο καὶ γιὰ μὲ παππᾶ,
κι’ οὔτ’ ὁ Ἀναγνώστης τῆς Ἁγιᾶς Εἰρήνης.

Νὰ μὲ πᾷν οἱ φίλοι ἔξω στὰ θυμάρια
μὲ κρασὶ καὶ μπύρα ὅλοι των κουρούνα
καὶ ἀντὶ παππάδων θλιβερὰ τροπάρια
τὴν Μασκὸτ νὰ ψάλλουν καὶ τὴν Παπαρούνα.

Κανεὶς φίλος λόγο νὰ μὴν ἀπαγγείλει,
κι’ ἂν στὸ νοῦ του τέτοιο ἔγκλημα περάσει,
νὰ τὸν σακατέψουν στίς σβερκιές οἱ φίλοι,
κι’ εἴθε τὴ μιλιά του στὴ στιγμὴ νὰ χάσει.

Καὶ τ’ ἀκίνητά μου καὶ τὰ κινητὰ
τὰ χαρίζω ὅλα στὴν καλὴ πατρίδα,
ὄχι γιὰ νὰ κὰμει πόλεμο μ’ αὐτά,
ἀλλὰ ν’ ἀγοράσει λίγη δαμαλίδα.

Τούτη μου τὴν κόμη τὴν ποιητικὴ
ἀπὸ τώρα δίνω γιὰ κληρονομιὰ
εἰς τὸν Λεονάρδο κι’ εἰς τὸν Φιακῆ…
δὲν θὰ βροῦν βαμμένη οὔτε τρίχα μιά.

Τέλος τὸ κεφάλι τὸ ποιητικὸ
στοὺς κρανιοσκόπους μποναμᾶς ἂς μένει,
νὰ τὸ ψάχνουν μέσα κι’ ἔξω μὲ φακό,
γιὰ νὰ βροῦν ποιὰ βίδα εἶναι χαλασμένη.

Φωτογραφία: Lewis Hine

Η προσευχή του σκουληκιού | Νίκος Καρούζος

Keichi Tahara

Άκου Κύριε τον καλό σου φίλο
που αγαπά τους καρπούς και τους τάφους.
Εσύ είσαι ό,τι με συνδέει μ’ έναν καρπό και μ’ έναν τάφο.
Και τον καρπό ασχημίζω και τον τάφο.
Αλλ’ όμως είμαι θέλημά σου
γέννημα στην απέραντη καρδιά σου…
Δεν έχω ερωτήματα
και ταξιδεύω με κίνηση αργή προς τον Πατέρα.
Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα.
Και μάταια τα μάτια της σαρκός μου
γλυκά που αγγίζονται με λουλούδια.
«Δεν έχεις ερωτήματα;» – μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;
Ή με ρωτούν τα νέφη που σε ακολουθούν;
Χαίρομαι την ευφορία του αργύρου σου
και τη διαπερνώ με την πίστη.
Αυτή ‘ναι η αξία εμάς των σκουληκιών
που δεν έχουμε παρά μονάχα ένα δρόμο…
Το χώμα ειν’ η μοίρα μου αντίκρυ των άστρων.
Αγάπη όνειρο θαλασσί τύλιξέ με.
Ποια ευφροσύνη δεν σου παραστέκει;
Αγάπη, πράξη και ουσία του θεού μου
σερνάμενο κι αν είμαι πλέω στη χαρά.

Φωτογραφία: Keiichi Tahara