Χαμογελώντας αδέξια

IMG_2182
Στερέωσαν ένα κομμάτι ταβάνι στον ουρανό.

Με κίτρινες καρφοβελόνες.

Κρατώντας πλάτη τον βάρβαρο παράδεισο.

Γοητευμένοι από τις παραγκουπόλεις που έβλεπαν στον ύπνο τους,

βίδωσαν έναν ηλεκτρικό λαμπτήρα στο γύψινο φεγγάρι.

Μεσίστιο κυμάτισε το φως. Στην κάθοδο της μέρας.

Κάπως έτσι, άρχιζε και τελείωνε η ζωή τους.

Ανάμεσα στο γκρίζο και στο δέρμα.

Τυφλωμένη δισταγμό.

Τεμπελιάζοντας αδιάκοπα, κάτω από γέρικους σωλήνες.

Κείμενο - Φωτογραφία: Αντώνης Τσόκος

Ρούχα στην άκρη του γκρεμού

Ben Goossens

Απολαμβάναμε τη φτώχια μας απλωμένοι στα σύρματα της μπουγάδας. Ενάμιση χιλιοστό δικαιοσύνης διαπερνούσε τις χαραμάδες των δαχτύλων μας.

Επικρατούσε γύμνια. Ανελέητη. Μπέρδευες τον υπουργό με το επαίτη. Δεν ήξερε ο μπάτσος ποιο κεφάλι να ανοίξει. Ποιον κολασμένο να εξομολογήσει ο ιερέας.

Ο αρχηγός της κυβέρνησης, γυμνός, κατηγορούσε την αντιπολίτευση για έλλειψη γύμνιας.

Στη συμβολή Πατριάρχου Ιωακείμ και Λουκιανού – χωρίς να είναι ξεκάθαρο σε τι συνέβαλαν οι δύο αυτές οδοί – κάποιος κύριος με την κωμική ονομασία «βαθύπλουτος εφοπλιστής» κυκλοφορούσε μ’ ένα ζευγάρι κίτρινες – βαμμένες με λαδομπογιά – πατούσες.

Κρυώναμε διακριτικά. Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα ρούχα που στέγνωναν στην άκρη του γκρεμού.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος    Φωτογραφία: Ben Goossens

Το μυστικό της Πέμπτης

9277721_orig
«Ο κόσμος τελειώνει στο πρόσωπο του κοριτσιού με τη γαλάζια ομπρέλα.»

Αυτή τη φράση επαναλάμβανε ο πατέρας, κάθε Πέμπτη πρωί.

Ύστερα σώπαινε. Μέχρι αργά το απόγευμα.

Η μητέρα τον κοιτούσε συνωμοτικά. Για δυο ματιές. Ποτέ περισσότερο. Ποτέ λιγότερο.

Στη συνέχεια, σηκωνόταν από την καρέκλα μ’ έναν αλάνθαστα νωχελικό τρόπο και βάδιζε προς τον μαρμάρινο νεροχύτη. Άδειαζε τα απομεινάρια του καφέ της, άνοιγε τη βρύση κι έχοντας το βλέμμα καρφωμένο στο τρυπητό άφηνε το νερό να τρέχει «αλαφιασμένο». Για ώρα. Μέχρι να σιγουρευτεί πως το μυστικό που έκρυβε στην τελευταία γουλιά του καφέ της έφτασε στον προορισμό του.

Η Πέμπτη ήταν ημέρα μυστηρίου και λαϊκής. Με το πρώτο ξημέρωμα, ο αλάδωτος ήχος από τις ρόδες των μεταλλικών καροτσιών μεταδιδόταν από διαμέρισμα σε διαμέρισμα.

Κάθε Πέμπτη ζούσαμε το δικό μας πανηγύρι. Με «αφετηρία» τα πολύχρωμα χαλιά στον πεζόδρομο της Εθνικής Tράπεζας και «τερματισμό» τον πάγκο με τα εκκλησιαστικά αναλώσιμα. Λίγα μέτρα από την είσοδο του πρακτορείου Προπό της οδού Γαλήνης.

Την πρώτη δεκαετία της ζωής μου, το αστικό αυτό πανηγύρι αποτέλεσε πηγή ζωγραφικής έμπνευσης. Λόγω της τεράστιας αφθονίας ανθρώπων, σε διάφορα σχήματα και χρώματα, τα μπλοκ ζωγραφικής γέμισαν ανδρικά και γυναικεία σώματα. Ημιτελή. Τα ζωγραφικά μου «μοντέλα» στερούνταν του άνω κορμού. Ακολουθούσαν όμως πάντα τη μόδα της εποχής. Από τη ζώνη και κάτω.

Ώσπου έβρεξε. Στις ρίζες των ποδιών μου. Kι ο κόσμος ολοκληρώθηκε.

Έγινε κατολίσθηση προσώπων. Στα μάτια και στα σκίτσα μου.

Ήταν Πέμπτη και η μητέρα κρατούσε μια γαλάζια ομπρέλα.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Anka Zhuravleva

Χάρτινα καλοκαίρια

12

Ζωγράφιζε ιστιοφόρα εξάχρονα σε χάρτινες σακούλες από φρούτα.

Λευκές προσχολικές ξυλομπογιές φούσκωναν τ’ αταξίδευτα πανιά τους.

Ξάρτια με γεύση καρπουζιού πνίγονταν σε χοντρά κουκούτσια.

Καρίνες με αχνές κηρομπογιές έδεναν σε αστικές ταράτσες.

Δάγκωνε φρούτα καλοκαιρινά μια νύχτα αστρογυαλισμένη. Βάφοντας μ’ αίμα κερασιών τα χάρτινα κατάρτια του Ιούνη…

Κείμενο - Φωτογραφία: Αντώνης Τσόκος

Πλατωνικό απόγευμα


Ξέπλεκε τα αλμυρά μαλλιά της μια ανάσα από την επιφάνεια της θάλασσας, καθρεπτίζοντας τις ατέλειες του προσώπου της στα αγκαθωτά σώματα των αχινών. Τα δάχτυλά της χώριζαν τις μπούκλες απ’ το αλάτι. Ο πόνος, αυτοδημιούργητος και άκρατα φιλόδοξος, κυλούσε αργά στα άφραχτα μάγουλα.

Ασάλευτος παρατηρούσε ο θεός, τιμώντας την Πλατωνική ζωή του…

Τα σύννεφα της επόμενης μέρας είχαν στήσει βρόχινη ομπρέλα ταΐζοντας υγρασία την αχόρταγη ομορφιά του τοπίου. Φυσούσε χαμηλόφωνα. Ούτε ένα ψάθινο καπέλο λάφυρο δεν κέρδισε ο νοτιάς.

Δεν πίστεψα ούτε μια στάλα εκείνου του απογεύματος, μα αν είχα έναν έρωτα για ξόδεμα θα τον χαλάλιζα στις εκδορές των επιθέτων του…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Εικόνα:  Wassily Kandinsky

Λευκές παπαρούνες


Στ’ ουρανού το γαλάζιο πλατύσκαλο αν ξυπόλυτη νύχτα σκοντάψεις, στον παράξενο κήπο με τα διάφανα σύννεφα δίχως δεύτερη σκέψη να πέσεις. Δυο αγκάθια σε σχήμα οκτάγωνο θα πιαστούν στο καρό σου φουστάνι. Πριν βιαστείς να τρομάξεις στη θέα τους, δες τη στάμπα των φιλιών τους στο ύφασμα.  Των ονείρων σου όνειρα υπήρξαν που τους νόμους του κήπου αγνόησαν…

Ένας κάμπος λευκές παπαρούνες θ’ απλωθεί ανθισμένος στα μάτια σου. Με ουράνια τόξα περίφραξη και φεγγίτες που κοιτάζουν μισάνοιχτοι, στους ακάλυπτους της νέας σελήνης. 

Στα ασύμμετρα παρτέρια αν ψάξεις,  από ρίζες ανθισμένων ηλίανθων, έχει πλέξει παγούρι ο χρόνος να συλλέγει των ονείρων τα όνειρα. Περπατώντας στις μύτες το χώμα, πότισέ τα στις λευκές παπαρούνες κι άσε να τις βρει το ξημέρωμα συντροφιά με το κόκκινο χρώμα…

Αφιερωμένο Κείμενο: Αντώνης Τσόκος