Ο πορτοκαλί χαρταετός

Rene Magritte

Στη χώρα των Λευκών Ανέμων, στις όχθες του Kρυστάλλινου ποταμού, είναι χτισμένο το πιο χρωματιστό χωριό σε ολόκληρο τον κόσμο. Το Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ. Δηλαδή, το χωριό των χαρταετών.

Το Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ έχει  τριάντα πέντε σπίτια, όλα σε σχήματα χαρταετών. Εξάγωνα, στρογγυλά, πεντάγωνα, ακόμη και σε σχήμα ρόμβου. Τριάντα πέντε χαρταετόσπιτα με διαφορετικό χρώμα το καθένα. Οι στέγες των περίεργων αυτών σπιτιών είναι φτιαγμένες από ξύλο και αδιάβροχο χαρτί και στην πίσω πλευρά τους κρέμεται μια χαρταετοουρά από πάνινες κορδέλες.

Παλιότερα, όλες οι στέγες είχαν κεραμίδια. Τα κεραμίδια όμως δημιουργούσαν μεγάλο πονοκέφαλο στους κατοίκους του χωριού. Κι αυτό γιατί κάθε χρόνο, από το Μάϊο ως τον Οκτώβριο, το Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ επισκέπτονταν οι μουσώνες.

Οι μουσώνες ήταν πολύ θυμωμένοι άνεμοι που δεν άφηναν τίποτα όρθιο στο πέρασμά τους. Έκοβαν τα φρούτα από τα δέντρα, άρπαζαν τα καπέλα από τα κεφάλια των ανθρώπων, τα απλωμένα ρούχα απ’ τα σχοινιά, το κολατσιό από τις τσέπες των παιδιών. Το μεγαλύτερο όμως μέρος του θυμού τους το ξεσπούσαν στα κεραμίδια. Στέκονταν από  πάνω τους και φυσούσαν μέχρι να τα ξηλώσουν όλα. Φυσούσαν τόσο δυνατά που πολλές φορές τα κεραμίδια πετούσαν μέχρι τα διπλανά χωριά. Μια φορά μάλιστα, ένας κεραμιδόγατος που δεν πρόλαβε να πηδήξει στο έδαφος, βρέθηκε να περιπλανιέται ώρες ολόκληρες γαντζωμένος σ’ ένα ιπτάμενο κεραμίδι, μέχρι να προσγειωθεί τελικά στο κεφάλι ενός άτυχου χωρικού, αφήνοντάς του ένα πελώριο κόκκινο καρούμπαλο.

Σ’ ένα από τα τριανταπέντε χαρταετόσπιτα – στο πράσινο- ζούσε ο Άλακ με τη οικογένειά του.

Ο Άλακ ήταν ο ξακουστότερος χαρταετοτεχνίτης σε ολόκληρη τη χώρα. Τα παιδιά λάτρευαν τους χαρταετούς του. Τα σχήματα, τα χρώματα, τις φουντωτές ουρές τους. Τους χαρταετούς που κατασκεύαζε τους πουλούσε σε πανηγύρια, παζάρια και γιορτές. Γι αυτό το λόγο ταξίδευε συνεχώς από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη.

Πριν από μερικά χρόνια, σ’ ένα από τα πολλά ταξίδια του, ο Άλακ βρέθηκε στο Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ για το ετήσιο πανηγύρι του χωριού. Στο πανηγύρι εκείνο, γνώρισε τη Χάνσα. Η Χάνσα ήταν η κόρη του στρουμπουλόχρωμου δασκάλου του χωριού. Μόλις την πρωτοαντίκρισε, η καρδιά του άρχισε να χτυπά τόσο χαρούμενα, όπως την ημέρα που είδε τον πρώτο του χαρταετό να πετά καμαρωτός ανάμεσα στα
αφράτα σύννεφα. Το ίδιο χαρούμενα όμως χτύπησε και η καρδιά της Χάνσα.

Λίγους μήνες αργότερα, ο Άλακ βρέθηκε ξανά στο Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ. Αυτή τη φορά όμως όχι για γιορτή ή πανηγύρι αλλά για να ζητήσει επίσημα σε γάμο τη Χάνσα από τον πατέρα της. Ο δάσκαλος δέχτηκε με μεγάλη ευχαρίστηση κι έτσι η Χάνσα και ο Άλακ παντρεύτηκαν ανήμερα της  γιορτής της άνοιξης.

Τον επόμενο χρόνο, μόλις ωρίμασαν οι κερασιές στον κήπο τους, ο Άλακ και η Χάνσα απέκτησαν το πρώτο τους παιδί. Τη Λεκ. Αυτή ήταν η πιο ευτυχισμένη ημέρα στη ζωή τους. Η Λεκ, πριν ακόμη μάθει να μιλά, έμαθε να αγαπά. Η μητέρα της την  έμαθε να αγαπά τις κερασιές και τους αδύναμους ανθρώπους. Ο πατέρας της την έμαθε να αγαπά τα χρώματα και τους χαρταετούς. Και ο παππούς της να αγαπά τις λέξεις και τους αριθμούς.

Τα απογεύματα, η Χάνσα έντυνε τη Λεκ με το κερασόχρωμο φόρεμά της, τις καναρινί κάλτσες και τα βιολετί παπούτσιά της και την πήγαινε βόλτα στη μεγάλη πλατεία του Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ. Εκεί μαζεύονταν όλα τα παιδιά του χωριού για να παίξουν, να γελάσουν, να ταΐσουν τον καφετί σκίουρο της αιωνόβιας βελανιδιάς και φυσικά για να πετάξουν τα πολύχρωμα χάρτινα πουλιά που κατασκεύαζε ο Άλακ στο εργαστήριό του.

Ο καλύτερος φίλος της Λεκ ήταν ο Σανούκ. Μαζί του μοιραζόταν τα πάντα. Τα παιχνίδια, το ποδήλατο, το κολατσιό, ακόμη και τον πορτοκαλί χαρταετό της, που ήταν φτιαγμένος από ύφασμα αερόστατου και όμοιός του δεν υπήρχε σε ολόκληρη τη χώρα. Ο Σανούκ, που ήταν γιός  του χρωματοποιού του Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ, έβγαζε από τις τσέπες του κόκκινου παντελονιού του, σωληνάρια με τις πιο απίθανες μπογιές και τα χάριζε στη Λεκ. Εκείνη τα ζούλαγε, άπλωνε τις μπογιές στις άκρες των δαχτύλων της και ζωγράφιζε τα πεσμένα φύλλα των δέντρων.

Ο χρόνος κυλούσε ανέμελα για τη Λεκ. Δυο μήνες όμως πριν από τα έκτα της γενέθλια, όλα άλλαξαν.

Ο Άλακ επέστρεψε στενοχωρημένος από τη γιορτή του καλαμποκιού όπου είχε πάει για να πουλήσει τους χαρταετούς του. Στάθηκε για λίγο στην πόρτα της κουζίνας. Η Χάνσα, πάνω από την κίτρινη κατσαρόλα με τα λευκά χερούλια, έφτιαχνε τάρτα με κεράσια. Πλάι της η Λεκ ανεβασμένη σ’ ένα ξύλινο σκαμπό, μ’ έναν πελώριο μαγειρικό σκούφο στο κεφάλι, τραγουδούσε φωναχτά…

Χιόνισε ζάχαρη μέσα στην κατσαρόλα.
Μια βανίλια σκόνταψε και χάθηκε στα χιόνια
.

Ένα δάκρυ περπάτησε στο μάγουλο του Άλακ. Μετά κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Τον τελευταίο χρόνο η δουλειά του δεν πήγαινε καθόλου καλά. Οι χαρταετοί του έμεναν απούλητοι στο εργαστήριό. Ακόμη και στη γιορτή του καλαμποκιού, τη μεγαλύτερη καλοκαιρινή γιορτή, κατάφερε να πουλήσει μοναχά τρεις χαρταετούς.

Δεν ήθελε όμως να τον δει η Λεκ στενοχωρημένο. Γι’ αυτό, έβγαλε το μπλε μαντήλι από τη τσέπη του, σκούπισε τα υγρά του μάτια, έκρυψε τα δάκρυα στην τσέπη του καρό σακακιού του, και μπήκε τραγουδώντας στην κουζίνα…

Χιόνισε ζάχαρη μέσα στην κατσαρόλα.
Τα κεράσια έτρεξαν να παίξουν με τα χιόνια.

Το επόμενο πρωί, ο Άλακ σφράγισε το γαλάζιο βαλιτσάκι με τους πολύχρωμους σπάγκους, τα γυαλιστερά χαρτιά, τις κόλες, τα χοντροκέφαλα καρφάκια και το αγαπημένο του κόκκινο σφυράκι και άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Παντού! Στο Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ, στα κοντινά χωριά, στην πόλη. Μα όσο κι αν περπάτησε, όσο κι αν προσπάθησε, δεν κατάφερε τίποτα. Καμία δουλειά δεν υπήρχε για εκείνον στη χώρα των Λευκών Ανέμων.

Ο καλύτερος του φίλος, ο  Ντόκ , του είχε μιλήσει παλιότερα για το μεγάλο εργοστάσιο παιχνιδιών στη Χώρα τον Γαλάζιων Ποταμών. Και τί δεν έφτιαχνε εκείνο το εργοστάσιο. Κούκλες που χόρευαν και τραγουδούσαν, τρενάκια που έβγαζαν καπνό από τη μύτη τους, κουρδιστά αυτοκινητάκια, κουκλόσπιτα, μολυβένια στρατιωτάκια, γυαλιστερά πατίνια, ροκάνες και φυσικά χαρταετούς.

 Ένας χαρταετοτεχνίτης σαν τον Άλακ θα έβρισκε εύκολα δουλειά εκεί μέσα.

Στη χώρα των Γαλάζιων Ποταμών όμως; Σε μια ξένη χώρα; Μακριά από φίλους και συγγενείς;

Αλλά όσο κι αν αγαπούσε τη χώρα του, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Την επόμενη μέρα κιόλας, μίλησε στη Χάνσα για το εργοστάσιο παιχνιδιών και οι δυο τους πήραν τη δύσκολη απόφαση να φύγουν από τη χώρα των Λευκών Ανέμων και να μετακομίσουν στη χώρα των Γαλάζιων Ποταμών. Αυτή ήταν η μόνη λύση.

Τα καφέ αμυγδαλωτά μάτια της Λεκ πλημμύρισαν με δάκρυα όταν το έμαθε. Στεναχωρήθηκε που θα άφηνε πίσω τον Σανούκ, τον παππού της, τον αγαπημένο της σκίουρο, τον κήπο με τις κερασιές. Ενθουσιάστηκε όμως με την ιδέα του ταξιδιού. Ο Σανούκ έλεγε πως στην άλλη όχθη του κρυστάλλινου ποταμού του, στα βάθη του δάσους των δεντροσπουργιτών, υπήρχε μια μαγεμένη λίμνη, που άλλοτε γινόταν λευκή κι επάνω της περπατούσαν άνθρωποι, κι άλλοτε γαλάζια και κολυμπούσαν μέσα της κάτι περίεργα πουλιά με ροζ λαιμούς.

Μια εβδομάδα μετά τα έκτα γενέθλια της Λεκ, αφού αποχαιρέτησαν φίλους και συγγενείς, ο Άλακ, η Χάνσα και η Λεκ επιβιβάστηκαν στο κανελί καραβάκι που μετέφερε επιβάτες από τη μια όχθη του ποταμού στην άλλη.

Την ώρα που ξυπνούσαν τα νυχτολούλουδα στη χώρα των Λευκών Ανέμων, το κανελί καραβάκι ξεκίνησε το ταξίδι του. Το ποτάμι ήταν ήρεμο κι έτσι νωρίς το πρωί είχε κιόλας φτάσει στον στη χώρα των Γαλάζιων Ποταμών. Για να καταλήξουν όμως στην πόλη δηλαδή όπου ήταν χτισμένο το εργοστάσιο των παιχνιδιών, έπρεπε να διασχίσουν το απέραντο δάσος των δεντροσπουργιτών.

Ο Άλακ διάλεξε να ακολουθήσουν το φαρδύ μονοπάτι που είχαν χαράξει έμποροι που πηγαινοέφερναν την πραμάτεια τους.  Μπροστά βάδιζε εκείνος και πίσω του η Χάνσα με τη Λεκ, που κάθε τόσο πηδούσε για να φτάσει  τις πολύχρωμες πεταλούδες που πετούσαν αργά πάνω από το ψάθινο καπέλο της. Η δύση του ηλίου τους βρήκε λίγο έξω από την κοιλάδα των Ρόδων. Εκεί αποφάσισε ο Άλακ να περάσουν τη νύχτα, αφού ήθελε το πρώτο βράδυ της Λεκ μακριά από το σπίτι τους να έχει άρωμα τριαντάφυλλου.

Οι επόμενες τρεις ημέρες πέρασαν ευχάριστα. Το πρωινό όμως της πέμπτης ημέρας του ταξιδιού συνέβη κάτι απρόσμενο. Ήταν λίγο μετά το ξημέρωμα. Η Λεκ καθάριζε τον πορτοκαλί χαρταετό της. Οι γονείς της, της είχαν υποσχεθεί το προηγούμενο βράδυ, πως πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους θα μπορούσε να τον πετάξει στο μικρό ξέφωτο δίπλα στη λίμνη με τα νούφαρα. Με τη βοήθεια του Άλακ ο χαρταετός έφτασε γρήγορα στην αγκαλιά του ουρανού. Αυτό ενθουσίασε όχι μόνο τη Λεκ αλλά και μια παρέα δεντροσπουργιτών που άρχισαν να πετούν χαρούμενα τριγύρω του. Κελαηδούσαν, έκαναν βουτιές στο κενό, τρόμαζαν λίγο από το θρόϊσμα της φουντωτής ουράς του κι απομακρύνονταν αλλά επέστρεφαν. Το παιχνίδι τους με το χαρταετό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα. Μέχρι που ένας δυνατός κρότος τα έκανε να πετάξουν τρομαγμένα μακριά. Την ίδια στιγμή ο πορτοκαλί χαρταετός με μια απότομη βουτιά σωριάστηκε μπροστά στα βιολετί παπούτσια της Λεκ. Η Λεκ καθώς έσκυψε να τον μαζέψει παρατήρησε στο πορτοκαλί του ύφασμα, λίγο επάνω από τα ζύγια, μια μεγάλη τρύπα. Μια τρύπα σε σχήμα φύλλου βελανιδιάς. Τα μάτια της κοκκίνισαν και τα δάκρυα ξεκίνησαν μια ασταμάτητη τσουλήθρα στα ροδαλά της μάγουλα. Τα δάκρυα της Λεκ σταμάτησαν μόνο όταν έμαθε τί είχε συμβεί. Πως δηλαδή ο πορτοκαλί χαρταετός, είχε καταφέρει να σώσει την παρέα των δεντροσπουργιτών από τα σκάγια των κυνηγών.

Δηλαδή είναι ένας ήρωας φώναξε η Λεκ και το χαμόγελο επέστρεψε στο πρόσωπό της.

Τoμεσημέρι της επόμενης ημέρας κι ενώ διέσχιζαν το μονοπάτι γύρω από τις βελανιδιές, μια ασυνήθιστη καλοκαιρινή φυλοβροχή γέμισε φύλλα το ζεστό χώμα και τα μαλλιά των τριών ταξιδιωτών. Η Λεκ που δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο, έβγαλε αμέσως το κουτάκι με τις μπογιές που της είχε χαρίσει ο Σανούκ πριν να φύγουν από το Λαγιάνγκ – Λαγιάνγκ, πήρε την πορτοκαλί μπογιά κι άρχισε να χρωματίζει ένα πεσμένο φύλλο βελανιδιάς. Μόλις η μπογιά στέγνωσε, πήρε το φύλλο και το καρφίτσωσε επάνω στην τρύπα του χαρταετού. 

– Τώρα μπορεί να πετάξει ξανά, είπε γεμάτη ενθουσιασμό.

Τώρα μπορεί να πετάξει ξανά, απάντησαν με μια φωνή οι γονείς της.

Η Λεκ ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό κρατώντας τον πορτοκαλί χαρταετό στα μπογιατισμένα δάχτυλά της. Οι γονείς της τράβηξαν δυνατά τον λεμονί σπάγκο κι ο πορτοκαλί χαρταετός πέταξε αργά πάνω από τις κορφές των βελανιδιών. Το μπογιατισμένο φύλλο της βελανιδιάς όμως δεν άντεξε πολύ στον αέρα και η τρύπα άνοιξε ξανά. Παρόλ’ αυτά, ο πληγωμένος χαρταετός αντί να χάνει ύψος, πετούσε όλο και πιο ψηλά. Από σύννεφο σε σύννεφο. Σκαρφαλώνοντας στον ουρανό με τη βοήθεια των φιλόξενων δεντροσπουργιτών. Των πρώτων φίλων της Λεκ στη χώρα των Γαλάζιων Ποταμών. Με τα φτερά της νέας της πατρίδας.

 

 

Τέλος

 

Κείμενο : Αντώνης Τσόκος  -  Εικόνα: Rene Magritte
Advertisements

6 thoughts on “Ο πορτοκαλί χαρταετός

  1. Ουφ! ευτυχώς το ταξίδι σταμάτησε στη χώρα των γαλάζιων ποταμών! 😉
    Δεν θ’ άντεχα αν έφταναν στη χώρα των δυτικών γκρίζων ποταμών…
    Θα μου άρεσε να εικονογραφούσα το παραμύθι…

  2. Μα τι πολύχρωμες εικόνες ζωντάνεψαν μέσα από αυτό το παραμύθι, Αντώνη! 🙂 Ξαναγύρισα στην παιδική μου ηλικία..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s