Ταλαντώσεις


Όλα ξεκίνησαν το μεσημέρι της Παρασκευής. Βρισκόμουν στο παρκινγκ του εργοστασίου ονείρων στο οποίο εργάζομαι. Μόλις είχα σχολάσει. Ήμουν γαντζωμένος στα ελάσματα του κόκκινου ελατηρίου που χρησιμοποιώ για τις μετακινήσεις μου στην πόλη, έτοιμος να ταλαντωθώ, όταν άκουσα τον  Ζελατίνα, τον πιο μυστηριώδη υπάλληλο του εργοστασίου, να με καλεί.

Κατευθύνθηκα προς το μέρος του. Φορούσε ακόμη την πορτοκαλί φόρμα εργασίας και μύριζε ολόκληρος αμυγδαλέλαιο. Έδειχνε ανήσυχος. Αφού μ’ ευχαρίστησε που ανταποκρίθηκα στο κάλεσμά του, με ρώτησε αν θα μπορούσα να τον πάρω μαζί μου μέχρι το Ουζολίμανο. Η μύτη της ξύλινης σβούρας του είχε σπάσει. Ρεζέρβα ακονισμένη δεν είχε και τα μπλε καλοριφέρ θα έμεναν κλεισμένα στα λεβητοστάσια ως αργά, λόγω στάσης εργασίας των οδηγών.

Δέχτηκα πρόθημα να τον εξυπηρετήσω. Του έδωσα να φορέσει την εφεδρική δαχτυλήθρα που κουβαλώ πάντα μαζί μου και βγήκαμε στην αλκοολική λεωφόρο. Παρέκαμψα με ευκολία την κίνηση, κάνοντας ελιγμούς πάνω από τα κεφάλια των αγανακτισμένων οδηγών. Δέκα χειμερινά λεπτά της ώρας αργότερα, φτάσαμε στον προορισμό μας.

Ο  Ζελατίνας κατέβηκε από το ελατήριο, με χτύπησε φιλικά στον ώμο κι έτρεξε να επιβιβαστεί σ’ έναν χάλκινο αποστακτήρα. Παραξενεύτηκα. Ο συγκεκριμένος αποστακτήρας πηγαινοέφερνε εργαζομένους στα εργαστήρια ονείρων. Τι δουλειά είχε ο Ζελατίνας εκεί;

Μια πρωτόγνωρη περιέργεια με κυρίευσε. Στάθμευσα το ελατήριο και τον ακολούθησα. Μπήκα στον αποστακτήρα. Τον βρήκα όρθιο να συζητά με μια άχρωμη κοπέλα. Τα πρόσωπά τους πρόδιδαν ανησυχία. Κρύφτηκα μη με δει. Οι πόρτες έκλεισαν. Λίγο αργότερα, όταν το  γλυκάνισο  ζεστάθηκε στις μηχανές, ο αποστακτήρας σάλπαρε. Έμεινα κρυμμένος σε όλη διαδρομή. Μόλις η κάνουλα έδεσε στο λιμάνι, οι εργαζόμενοι, μαζί κι ο  Ζελατίνας, αποβιβάστηκαν βιαστικά. Τους ακολούθησα ως τα εργαστήρια. Ήμουν έτοιμος να αποκαλυφθώ, όταν στ’ αυτιά μου έφτασαν τα λόγια του υπεύθυνου ερευνητή ονείρων. Στο εργαστήριο είχε σημάνει συναγερμός. Δεκάδες παιδικοί εφιάλτες απελευθερώθηκαν από λάθος κάποιου άπειρου ονειρολόγου…

Τρείς μέρες τώρα ταλαντώνομαι από σπίτι σε σπίτι. Χτυπώ τύμπανα. Τρίζω ροκάνες. Μουτζουρώνω παραμύθια. Κρύβω θορύβους κάτω απ’ τα μαξιλάρια των παιδιών.

Πρέπει να μείνει ξάγρυπνη η πόλη. Πρέπει να μείνουν ξύπνια όλα τα παιδιά…

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com
Advertisements

9 thoughts on “Ταλαντώσεις

  1. Είσαι ο Αι-Βασίλης?? 😉
    *πανέμορφη για ακόμη μια φορά ιστορία και αυτή η αλκοολική λεωφόρος πολύ μ’αρεσε….

  2. βαλε τις φωνες ! Η μαλλον καλυτερα πες τους μια ενδιαφερουσα ιστορια ..απο αυτες που τόσο ομορφα διηγεισαι ..
    Καλησπερα!
    φιλια!

  3. elsa

    Χαίρομαι που σου άρεσε.

    (Το όνομα βγαίνει πάντα. Πατώντας στο όνομα καταλήγεις στο blog.Κάτι όμως δεν κάνεις καλά γιατί δεν υπάρχει σύνδεση του ονόματος με το blog σου. Γράψε αν θέλεις τη διεύθυνση του. )

  4. Υπέροχο,ιδιαίτερη και ξεχωριστή φαντασία που συναρπάζει…
    Μια άλλη αναπαράσταση, στον αντίποδα του πραγματικού κόσμου,που μας αποδεσμεύει από συμβάσεις και κανόνες και μας αφήνει την ελευθερία να δημιουργήσουμε διαφορετικά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s