Θαλασσινός υπνοβάτης


Ξυπνούσα χαρούμενος τα πρωινά, χωρίς να ξέρω το γιατί.
Τα χέρια μου μύριζαν αλμύρα, τα μαλλιά μου καμένο ξύλο. Έβρισκα φύκια κολλημένα στις πιτζάμες μου. Μαύρα βότσαλα στο στρώμα. Γύρναγα τις παντόφλες μου ανάποδα και γέμιζε κόκκους άμμου το πάτωμα.

Άρχισα να υποπτεύομαι το σώμα μου. Που πήγαινε τα βράδια, όταν εγώ κοιμόμουν;

Μια νύχτα αποφάσισα να το παρακολουθήσω. Φόρεσα τις μπλε πιτζάμες με τα μαύρα κουμπιά και  ξάπλωσα στο κρεβάτι. Για μην κινήσω υποψίες, έκανα ό,τι και τα υπόλοιπα βράδια. Έβαλα μουσική να παίζει, διάβασα τους λογαριασμούς του τηλεφώνου και του ηλεκτρικού, μέτρησα τα καρό τετραγωνάκια στα μανίκια της πιτζάμας.

Το σώμα μου πίστεψε ότι κοιμήθηκα.

Σηκώθηκε, φόρεσε τις παντόφλες μου και χάθηκε αθόρυβα πίσω από την πόρτα.

Με κλειστά τα μάτια για να βλέπω στη νύχτα, βγήκα στο μπαλκόνι. Το είδα από μακριά να περπατά βιαστικό το δρόμο που οδηγεί στην παραλία. Ένιωσα τόσο ανάλαφρος χωρίς την παρουσία του. Σαν μπαλόνι με ήλιο στα σωθικά.

Έκανα βουτιά στο κενό και βρέθηκα πάνω από το κεφάλι του. Τίποτα δεν κατάλαβε. Άρχισα να το ακολουθώ. Στη διαδρομή έκλεβα μανταλάκια από τις απλωμένες μπουγάδες και του τα πετούσα. Αυτό ατάραχο συνέχιζε το δρόμο του.

Φτάσαμε στην παραλία.

Κοιτούσα και δεν πίστευα στα κλειστά μου μάτια. Υπνοβάτες κάθε ηλικίας, χόρευαν στην άμμο. Κοπέλες με μπερδεμένα από τον ύπνο μαλλιά. Ντυμένες στα μεταξωτά νυχτικά τους. Καπεταναίοι και ναύτες της στεριάς μέσα στις βραδινές στολές τους. Ανάμεσα τους, καλοντυμένοι πιγκουίνοι. Με δίσκους γεμάτους σφηνάκια στα μαύρα τους χέρια.

Φωτιές αναμμένες και τόνοι μουσικής…

Ξυπνώ χαρούμενος τα πρωινά. Τώρα ξέρω το γιατί.

Τις νύχτες που εγώ κοιμάμαι, το σώμα μου ντύνεται υπνοβάτης. Τις νύχτες της στεριανής ζωής μου, γίνομαι θαλασσινός. Θαλασσινός υπνοβάτης.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Flickr.com
Advertisements

8 thoughts on “Θαλασσινός υπνοβάτης

  1. «Εμεις βαδισαμε γυμνοι
    στις αμμουδιες του ηλιου,
    με την αλμυρα του νερου
    στο σωμα και στο νου.

    Ελευθεροι απο προζα
    και λογια περιττα,
    με μια αυρα στα μαλλια
    ηταν τα χερια μας λυτα.

    Ετσι βαδισαμε εμεις,
    γυμνοι στο φως του ηλιου,
    δραπετες προσκαιροι,
    των ‘πληχτικων’ ονειρων μας»

    Γλάρους είδες να πετούν πάνω από τους υπνοβάτες που χόρευαν στην άμμο;
    ΄Οποιος δεν ονειρεύεται, Δε ζει, απλά υπάρχει…

    Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές

  2. Γλαρένια

    Πολύ ωραίοι στίχοι.

    Γλάρους δεν θα είχε; Είχαν στήσει τρελό χορό πάνω από ένα καϊκάκι.

    Χωρίς όνειρα δεν βγαίνει η ζωή. Ειδικά χωρίς τα όνειρα της ημέρας.

    Καλό βράδυ

  3. aniaris

    Ένα θαλασσινό κοχύλι. Μόνο αυτό χρειάζεσαι. Ακούμπησε το στο κομοδίνο πριν κοιμηθείς και θα σε οδηγήσει αυτό στη θάλασσα.
    Θα τον βρει το δρόμο. Όσο μακριά κι αν είναι…

  4. Τι όμορφες εικόνες. Μου έφερες στο νου τον ‘Υπνοβάτη» :

    «Άσε τις κάργιες να ρωτάνε τι ζητάς,
    παιδί του ανέμου και της μοναξιάς.
    Στο κύμα χόρεψε και άδραξε το φως,
    όλα μια χίμαιρα και όλα ένας θεός.»

    Καλή Καθαρή Δευτέρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s