Οι ήχοι της πόλης

                                                                          

Τρεις και μισή το μεσημέρι στην καλοκαιρινή Αθήνα. Βρίσκομαι σε έναν από τους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης πίσω από το τιμόνι του παλιού αγαπημένου μου συντρόφου. Η Αθήνα δεν αδειάζει ούτε τα καλοκαίρια πάω να σκεφτώ αλλά την σκέψη αυτή μου την κόβει στη μέση ο εκκωφαντικός ήχος μια κόρνας. Ρίχνω το βλέμμα μου στον καθρέφτη. Μια κατά τα άλλα συμπαθής κοπέλα έχει και τα δυο χέρια της πάνω στο κουμπί της κόρνας και το πατάει με μανία. Ταυτόχρονα κάτι λέει που δεν μπορώ να καταλάβω. Κοιτάω ξανά μπροστά μου και απελπίζομαι. Τι περιμένει από εμένα να κάνω με τόσα αυτοκίνητα μπροστά μου ; Μακάρι να μπορούσα να πετάξω όπως ο ήρωας των παιδικών μου χρόνων αλλά εκείνος βλέπεις δεν μου αποκάλυψε ποτέ το μυστικό του.

Το φανάρι ξαναγίνεται πράσινο. Οι κόρνες άρχισαν ξανά να δίνουν το ρυθμό. Ένας πεζός τελευταία στιγμή καταφέρνει να βάλει όλες του τις δυνάμεις και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο τρομοκρατημένος από τους ήχους κι ένα μικρό πεντακοσαράκι που τον κυνηγούσε.

Μετά από λίγα λεπτά φτάνω κοντά στο σπίτι μου. Ένας κοντός κύριος με μουστάκι έχει κατέβει κάτω από το αυτοκίνητο και φωνάζει σε έναν «νεαρό» όπως τον αποκαλεί γιατί πήγε να παρκάρει στη θέση που εκείνος ως νέος Χριστόφορος Κολόμβος είχε ανακαλύψει πρώτος. Όλα αυτά μπροστά στα μάτια μιας νυσταγμένης γάτας που τους κοιτάζει με απορημένο βλέμμα και το ένα μάτι ακόμα κλειστό για να τους δείξει ότι χαλάσανε την μεσημεριανή της σιέστα.

Παρκάρω το αυτοκίνητο και ανεβαίνω στο διαμέρισμα μου. Δεν έχω προλάβει να βγάλω τα κλειδιά από την πόρτα όταν ακούω τα τζάμια από τις μπαλκονόπορτες να τρίζουν. Το τρίξιμο των τζαμιών ακολουθεί ο ήχος από ένα γνωστό λαϊκό άσμα της εποχής που ο τραγουδιστής  καλεί την αγαπημένη του να γυρίσει πίσω. Eνώ ο λαϊκός βάρδος έχει αρχίσει να χάνεται για να πάει να διαδώσει και αλλού το μήνυμά του, από πίσω τον ακολουθεί μια μηχανή με βγαλμένη την εξάτμιση που χάνεται κι αυτή σιγά σιγά.

Ανοίγω την τηλεόραση. Ένας βουλευτής με γουρλωμένα μάτια πετάγεται από την οθόνη ουρλιάζοντας, Ταυτόχρονα από δίπλα του ένας άλλος συνάδελφός του  προσπαθεί να φωνάξει ακόμα περισσότερο ενώ ακριβώς δίπλα και στους δυο ένας δημοσιογράφος προσπαθεί να τους συντονίσει να φωνάζουν περισσότερο.

Δεν αντέχω και τους κλείνω την οθόνη στα μούτρα. Ανοίγω το ραδιόφωνο. Μια ήρεμη γυναικεία φωνή ακούγεται να αναγγέλλει το επόμενο τραγούδι. Δεν φωνάζει κι όμως την καταλαβαίνω. Οι  νότες αρχίζουν να ακούγονται. Η κιθάρα , το ακορντεόν, το μπάσο, τα κρουστά, το βιολί. Και μετά ξανά το κομπρεσέρ, οι εξατμίσεις , τα μαρσαρίσματα , οι φωνές , οι κραυγές. Οι μουσικές της πόλης μας.

Κείμενο: Αντώνης Τσόκος - Φωτογραφία: Γεωργία Τσόκου
Advertisements

6 thoughts on “Οι ήχοι της πόλης

  1. Μήπως να κάνουμε μια ηρωική έξοδο όλοι μαζί; Να δούμε μετά τί θα κάνει αυτή η πόλη χωρίς τη φασαρία της…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s