Μπαρμπακόλπος

•Φεβρουαρίου 5, 2010 • 14 σχόλια


Πίσω από τον μπερντέ με τις φιγούρες του Καραγκιόζη, του Κοπρίτη και του Πιτσικόκου, εκείνος. Με το Κολλητήρι στα μικροσκοπικά μου δάχτυλα εγώ.

Κατακαλόκαιρο στην εξοχή. Με την μαγκούρα της γιαγιάς να κυνηγά τον τροχονόμο που απειλούσε να τον γράψει για παράνομη στάθμευση. Από πίσω κι εγώ.

Κυριακές. Με χειμωνιάτικες λιακάδες και μυρωδιά καμένου λουκάνικου έξω από το Ολυμπιακό στάδιο. Ντυμένοι στα πράσινα κασκόλ μας τρέχαμε να προφτάσουμε την έναρξη του παιχνιδιού.

Παρασκευές στην ταβέρνα στο Κουκάκι. Με το καφέ γιλέκο του χόρευε ζεϊμπέκικο την Ευδοκία. Θα σου μάθω να χορεύεις κι εσύ μου έλεγε. Να χορεύουμε μαζί. 

Στο τιμόνι του πράσινου station wagon, με το τριφύλλι στην καρδιά του παρμπρίζ, εκείνος. Στο πίσω κάθισμα εμείς. Τα κουτσούβελα.

- Μπαρμπακόλπο μη μας λες κουτσούβελα μπροστά στον ξένο κόσμο, διαμαρτυρόταν η αδερφή μου.

Μπαρμπακόλπο. Ποτέ θείε! Ποτέ με το όνομα του. Θύμα του αρκούδου των παιδικών μας χρόνων. Μπαρμπαμπαμπάς, ο αρκούδος. Μπαρπακόλπος, ο θείος μου.

- Ακούς εκεί κουτσούβελα, συνέχιζε η αδερφή μου. Δεν υπάρχει αυτή η λέξη. Σε ποιο λεξικό την έχεις διαβάσει;

Την αγάπησα τη λέξη κουτσούβελα. Πρώτη μπήκε στο κουτάκι των ιερών μου λέξεων.

Όταν έπαψα να είμαι κουτσούβελο έγινα μπαγασάκος. Δυσκολεύτηκα μέχρι να το συνηθίσω στο καινούργιο μου όνομα. Μου άρεσε όμως. Όπως κι αν με έλεγε ο Μπαρμπακόλπος, θα μου άρεσε. Ότι κι αν έκανε μου άρεσε.

Αθεράπευτα ιδεολόγος, οραματιστής, ρομαντικός. Καλλιτέχνης της στιγμής. Της κάθε στιγμής. Αυτό ήταν ο Μπαρμπακόλπος.

Αυτό ήσουν βρε μπαγάσα…

Πορτοκαλί απόγευμα

•Ιανουαρίου 30, 2010 • 21 σχόλια


Το δειλινό γλίστρησε από τις γρίλιες της μπαλκονόπορτας στο υπνοδωμάτιο. Τεμαχισμένο σε εκατοντάδες παραλληλόγραμμα κουτάκια. Χίλιες οχτακόσιες πενήντα πέντε πορτοκαλί δεσμίδες. Τόσες χωρούσε το ρολό του. Τις είχε μετρήσει ένα πορτοκαλί απόγευμα. Όταν αποφάσισε να το τιμωρήσει.

Δεν άντεχε την ξεδιαντροπιά του. Το θράσος του να εισβάλει απρόσκλητο από το μπαλκόνι του σπιτιού του.  Ύστερα απ’ όσα είχαν συμβεί.

Είχε περάσει πολλά απογεύματα, καθισμένος στο πεζούλι της αυλής, κρατώντας συντροφιά στο δειλινό. Έγραφε σε μια κόλλα χαρτί τις πιο απόκρυφες σκέψεις του και του τις έδειχνε:

Ό,τι αξίζει απ’ τη ζωή είναι εικοσιτέσσερις ώρες διάσπαρτης ευτυχίας. Γι’ αυτές ξυπνάμε πριν από τον ήλιο, γι’ αυτές αντέχουμε τις ξεχειλωμένες ζωές μας.

Βλέπω ηλικιωμένους ανθρώπους να περπατούν χέρι χέρι. Ακούω σχόλια συνομηλίκων μου. Τί όμορφο θέαμα… Αυτό είναι ευτυχία. Διαφωνώ. Ευτυχία είναι να πεθάνεις στην αγκαλιά του πιο αγαπημένου σου προσώπου. Όχι όμως με ζαρωμένα χέρια και παντόφλες. Αλλά την ώρα που ο έρωτας στάζει ακόμα αίμα. 

Το δειλινό κοιτούσε σιωπηλό…

Ξέρεις, κάποτε μια κοπέλα με ρώτησε τί είναι έρωτας. Δεν ήξερα τί να της απαντήσω. Παιδεύτηκα πολύ μέχρι να μάθω. Τώρα όμως ξέρω.

Έρωτας είναι το χρώμα που σου λείπει για να δεις το ουράνιο τόξο.

Θέλω να μου υποσχεθείς κάτι. Θα είσαι εκεί την ημέρα που θα το ξεκλειδώσω. Θα μου χαρίσεις μου το πιο όμορφο σου πορτοκαλί απόγευμα, κι ύστερα θα εξαφανιστείς. Αυτή την εικόνα σου θέλω να κρατήσω.

Σιωπηλό, τον κοίταξε και μέσα από τις γρίλιες όπου το είχε εγκλωβίσει. Ανήμπορο να ενώσει τα κομμάτια του, πριν το ρολό σφραγίσει οριστικά, πρόλαβε να φωτίσει την τελευταία απόκρυφή του σκέψη. 

Η ζωή συνεχίζεται τις πιο ακατάλληλες στιγμές…

Ύμνος στο θεό (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

•Ιανουαρίου 27, 2010 • 12 σχόλια

Βαθιά στις σκοτεινές κοιλάδες πεθαίνουνε οι πεινασμένοι.
Αλλά εσύ τους δείχνεις το ψωμί, και τους αφήνεις να πεθαίνουν.
Εσύ έχεις θρονιαστεί αιώνιος κι αόρατος
κι αστράφτεις ανελέητος πάνω απ’ το αιώνιο Σχέδιό σου.

Άφησες να πεθάνουνε οι νέοι κι οι χαροκόποι
μα αυτούς που θελαν να πεθάνουν, δεν τους άφησες…
Πολλοί από κείνους που τώρα έχουν σαπίσει
πιστεύανε σε σένα, και πεθάναν γεμάτοι εμπιστοσύνη.

Άφησες τους φτωχούς φτωχοί να μείνουνε χρόνια και χρόνια
γιατί ήτανε οι πόθοι τους πιο όμορφοι απ’ τον Παράδεισό σου.
Πεθάνανε, αλίμονο, πριν δουν το φως σου
πεθάνανε μακάριοι, όμως – και σαπίσαν παρευθύς.

Λένε πολλοί πως δεν υπάρχεις και τόσο το καλύτερο.
Μα πως μπορεί να μην υπάρχει αυτό που μπορεί έτσι να ξεγελά;
Αφού τόσοι και τόσοι ζούνε από σένα και δεν μπορούν χωρίς
εσένα να πεθάνουν – πες μου, τι σημασία έχει – τ’ ότι δεν υπάρχεις;

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

Μικρές αγγελίες

•Ιανουαρίου 21, 2010 • 22 σχόλια


Έμπειρος γραφέας αναλαμβάνει:  Κοντέματα και μακρέματα, κοφτερών ποιημάτων. Μεταποιήσεις φθαρμένων κειμένων καθώς και επιδιορθώσεις των καταστροφικών τους νοημάτων.
Δέχεται παραγγελίες, στα μέτρα των σκέψεων σας.

Ενοικιάζεται:  Ευρύχωρο παραμύθι. Με θέα στην παιδική φαντασία. Διαθέτει: Τρείς κακούς ήρωες, δύο όμορφες νεράιδες, πέντε ξωτικά και έναν αναποφάσιστο πρίγκιπα.
Ιδανικό για ηλικιωμένους.

Ζητείται: Εμφανίσιμη κοπέλα για σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης. Ωράριο άστατο. Μισθός αναλόγων προσόντων. Προοπτικές εξέλιξης.
Απαραίτητη,  κάρτα ανεργίας.

Χαρίζονται: Πέντε νεογέννητα όνειρα. Λόγω, αδυναμίας εκπλήρωσης τους.
Αποκλειστικά σε ονειροπόλους.

Πτυχιούχος Καπιταλιστής: Παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε υποψήφια κολλημένα γρανάζια του συστήματος. Εχεμύθεια εξασφαλισμένη.
Αμοιβή, κάτω από το τραπέζι.    

Πωλείται: Κεραυνοβόλος έρωτας.  Χρησιμοποιημένος μόνο μια ματιά. Ανθεκτικός στο χρόνο, τις απιστίες, τα ευφάνταστα ψέματα και τις ανόητες αλήθειες.
Τιμή διαπραγματεύσιμη. 

Γελάει, βοριάς

•Ιανουαρίου 16, 2010 • 20 σχόλια


Φύσηξε σκανδαλιάρικος βοριάς. Τίποτα δεν άφησε στο γέλασμά του.

Έκοψε τα φρούτα από τα δέντρα. Ξεμαντάλωσε τις εφημερίδες από τα περίπτερα. Έγδυσε τα κεφάλια απ’ τις περούκες. Έκλεψε τις φρεσκοπλυμένες μπουγάδες από τις ταράτσες. Φύτεψε τα λουλούδια αγκαλιά με τις γλάστρες στα πεζοδρόμια. Σήκωσε τις ομπρέλες από τις καφετέριες, μαζί με τους θαμώνες. Ξήλωσε τα κεραμίδια από τις σκεπές, τις κεραίες από τους ιστούς τους. Πήρε τη σκόνη απ’ τα νοικοκυριά.  Χώρισε τα κάστανα από τη φωτιά, τα κουλούρια απ’ τα καλάθια τους.

Ήρθαν τα κάτω επάνω.

Απίστευτο μποτιλιάρισμα στον ουρανό. Καλοσιδερωμένοι γιάπηδες κρεμασμένοι στων ομπρελών τα κρόσσια. Αξύριστοι κεραμιδόγατοι βυθισμένοι σε οικονομικές εφημερίδες. Εκατομμύρια καλαμάκια, βιαστικά φλιτζανάκια και μισοψημένα κάστανα, στις ουράνιες λεωφόρους.

Μύρισαν τα σύννεφα μαλακτικό. Γέμισαν σουσάμι τα αστέρια.

- Κάποιος να ξεσκονίσει το φεγγάρι, φώναξε η κυρά του φεγγαριού.

- Μα τί συμβαίνει; ρώτησε ο ήλιος απορημένος.

- Γελάει βοριάς, απάντησε θυμωμένα ένα σουσαμένιο αστέρι…

Τρία λεπτά και σαράντα τρία δευτερόλεπτα

•Ιανουαρίου 11, 2010 • 24 σχόλια


Τις νύχτες, την ώρα που οι άνθρωποι κοιμούνται, μπαίνω κρυφά στα σπίτια τους και κλέβω τη σιωπή τους. Μην πάει ο νους σας στο κακό. Δεν θα την ανταλλάξω για μερικές πλάκες χρυσού. Άλλο είναι το σχέδιο μου.

Για τρία λεπτά και σαράντα τρία δευτερόλεπτα. Να κάνω όλο τον κόσμο να σωπάσει.

Όταν ήμουν μικρός, ήθελα να γίνω μαέστρος. Να διευθύνω τη δική μου ορχήστρα. Να γυρίζω επιδεικτικά την πλάτη μου στον κόσμο, να κοιτώ στα μάτια τους μουσικούς κι εκείνοι να χορεύουν τη σιωπή στους ρυθμούς που δίνουν τα δάχτυλά μου.

Γυρνώ πίσω σ’ εκείνο παιδικό το όνειρο. Οι μουσικοί μου είναι έτοιμοι. Ένα μου νεύμα περιμένουν.

Μόλις φουσκώσω το πράσινο μπαλόνι μου, σιωπή. Θα λύσω τον σπάγκο του. Θα την ελευθερώσω από άκρη σε άκρη σε κάθε σημείο της γης. Για τρία λεπτά και σαράντα τρία δευτερόλεπτα, τίποτα δεν θα ακούγεται. Οι άνθρωποι θα ανοιγοκλείνουν τα στόματά τους αλλά ήχος δεν θα βγαίνει. Ούτε κορναρίσματα, ούτε μηχανές, ούτε κλάματα μωρών, ούτε αναστεναγμοί ερωτευμένων, ούτε θρήνοι, ούτε γέλια.

Τίποτα. Μόνο η ορχήστρα μου.

Τα κύματα της θάλασσας. Να παίζουν μπιλιάρδο με τα βότσαλα στην ακροθαλασσιά.

Τα τακούνια των παραμυθένιων κοριτσιών στα ξύλινα πατώματα.

Οι φελλοί απ τις σαμπάνιες που γιορτάζουν την απελευθέρωσή τους.

Το γέλιο απ’ τα παγάκια, όταν χύνεται πάνω τους η βότκα.

Τα καπάκια των Zippo όταν σβήνουν τη φωτιά.

Η καλοκαιρινή βροχή όταν πέφτει στάλα στάλα σε τσίγκινο υπόστεγο.

Οι ακίδες των εκτυπωτών απ’ τα λογιστικά γραφεία.

Το βούισμα των κοχυλιών στ’ αυτιά των ναυτικών.

Τα κούτσουρα που καίγονται στα τζάκια.

Οι αναστεναγμοί των δίσκων βινυλίου, σαν γέρνει πάνω τους η διαμαντένια βελόνα.

Τα κλείστρα από τις μηχανές των φωτογράφων, όταν αλλάζει πόζα η σιωπή.

Τα κουδουνίσματα απ’ τις γραφομηχανές των σκονισμένων ποιητών.    

Τα σπίρτα όταν χορεύουν στις μικρές τους γκαρσονιέρες.

Μόλις ο χρόνος μου τελειώσει, θα υποκλιθώ στο όνειρό μου. Θα κάνω βουτιά στη φασαρία και δεν θα σας ενοχλήσω ποτέ ξανά. 


(Το τραγούδι της ορχήστρας αφιερώνεται στη Γλαρένια 
για τα γενέθλια του blog της)  

Φωτογραφίζοντας

•Ιανουαρίου 8, 2010 • 11 σχόλια


Όταν γεννήθηκα, ο κόσμος ήταν από άκρη σε άκρη αναλογικός. Οι άνθρωποι, τα παιχνίδια, τα ρολόγια, οι  τηλεοράσεις, η μουσική, τα τηλέφωνα, οι φωτογραφικές μηχανές.

Τα παιχνίδια έσπαγαν, τα ρολόγια ήθελαν κούρδισμα, τα τηλέφωνα είχαν καντράν,  τα τραγούδια μουσικά όργανα και τα άλμπουμ κακές φωτογραφίες.

Χθες, σκαρφάλωσα στο ψηλότερο ράφι της ντουλάπας μου. Εκεί που φυλάω το αναλογικό μου παρελθόν. Δίσκους βινυλίου, κείμενα γραμμένα με στυλό, περίεργα ταξιδιωτικά ευρήματα, φύλλα τετραδίων με άρωμα εξοχής κι ένα χάρτινο κουτί γεμάτο φωτογραφίες.

Αληθινές φωτογραφίες. Τυπωμένες σε φωτογραφικό χαρτί. Τις πιάνω στα χέρια μου, τις κρύβω στην τσέπη σου, τις γεμίζω δαχτυλιές. Φωτογραφίες λατρεμένων φίλων, βαρετών συγγενών, ζευγαριών που έχουν χάσει το ταίρι τους.

Κακές φωτογραφίες. Φωτογραφίες, που το delete θα έκανε μια μπουκιά.

Λατρεύω την ψηφιακή πραγματικότητα. Μου λείπουν όμως οι κακές φωτογραφίες. Οι περίεργες γκριμάτσες, οι τρομαγμένες φάτσες, τα  παράξενα βλέμματα. Από την ημέρα που απάτησα την αναλογική μου μηχανή, τυπώνω φωτογραφίες που δεν θα καταδεχτεί ποτέ το χάρτινο κουτί μου.

Από τότε που πατήσαμε στην ψηφιακή πραγματικότητα, γίναμε όλοι μας μοντέλα. Να μου το θυμηθείτε, θα έρθει μια εποχή που δεν θα έχουμε μια κακή φωτογραφία να δείξουμε στα παιδιά μας.

Πρωτοχρονιάτικο δείπνο

•Δεκεμβρίου 31, 2009 • 8 σχόλια


Κουμπώνω το τελευταίο κουμπί στο καφέ γιλέκο μου, φοράω το μπεζ σακάκι του κοστουμιού που βρήκα αφημένο στη ντουλάπα και δένω τα κορδόνια από τα μαγικά  μποτάκια μου.

Στέκομαι στην είσοδο, περιμένοντας τους καλεσμένους να φανούν.

Παραμονή πρωτοχρονιάς. Άρωμα καμένου ξύλου και ζεστής σοκολάτας αναδύεται από το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της οδού Φιλολάου 22…

Η καμπάνα από την εκκλησία του Προφήτη Ηλεία χτυπά εννέα φορές. Βαριά ανδρικά, ανακατεμένα με ευγενικά γυναικεία βήματα ακούγονται από τη μαρμάρινη σκάλα.

Ο Συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία, φορτωμένος εκατό χρόνια μοναξιά, κάνει την εμφάνισή του. Στο πλευρό του, με τις νιφάδες του χιονιού ακόμα στα μαλλιά της, η ωραία Ρεμέδιος.

Η καμπάνα ξαναχτυπά, αναγελώντας το μισό της ώρας. Όλοι οι καλεσμένοι έχουν καταφτάσει. Ο Κώστας Καρυωτάκης με τη Μαρία Πολυδούρη, ο Ευγένιος Ιονέσκο, ο Ο Bob Dylan, Ο Τέβιε από το βιολιστή στη στέγη, η Άγκαθα Κρίστι, ο  Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ο  Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ, ο Γιάννης Ρίτσος και ο μικρός Salvatore από το παραδεισένιο σινεμά.

Στο βορινό δωμάτιο που κοιτά στη λεωφόρο, περικυκλωμένο από δεκατέσσερις καρέκλες, το ξύλινο παραλληλόγραμμο τραπέζι είναι έτοιμο να υποδεχτεί τους δώδεκα ξεχωριστούς καλεσμένους. Η γιαγιά Βασιλική έχει φροντίσει την παραμικρή λεπτομέρεια. Λευκό τραπεζομάντηλο, με κεντημένα κόκκινα τα ονόματα των καλεσμένων. Μπλε κρυστάλλινα ποτήρια , ξύλινα χειροποίητα μαχαιροπήρουνα, πολύχρωμα πήλινα πιάτα και τρία μπρούτζινα κηροπήγια, με γκρενά κεριά, στο κέντρο.

Άρωμα γιαγιάς, παραμύθια, ποίηση, έρωτας, όνειρα, μελωδίες, μυστήριο, νοσταλγία, μαγεία θεάτρου, λογική, παραλογισμός, μοναξιά. Στο ίδιο τραπέζι. Παραμονή πρωτοχρονιάς.

Το ρολόι του τοίχου δείχνει δώδεκα ακριβώς. Ο Γιάννης Ρίτσος καθισμένος σταυροπόδι, απαγγέλει τη σονάτα του σεληνόφωτος υπό τον ήχο της φυσαρμόνικας του Bob Dylan.

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις
ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!

Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου.

Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. 

Άφησέ με να έρθω μαζί σου…

Έξω από τη βιτρίνα

•Δεκεμβρίου 29, 2009 • 6 σχόλια


Βράδυ Δεκέμβρη. Καμένα λαμπάκια. Παγκάκια αστέγων, τυλιγμένα σε γιορτινές εφημερίδες. Τραπέζια στρωμένα μοναξιά. Κακά παιδιά.

Οι γιορτές παραμονεύουν  παντού. Κρέμονται στις νεραντζιές,  τις γυμνές μουριές, τις ελιές, τα νεκρά έλατα. Αγκαλιάζουν τα μπαλκόνια, γίνονται φωτεινοί σκούφοι για τις ταράτσες.

Οι συνειδήσεις όσων ζουν μέσα από τη βιτρίνα ξυπνούν από τη χειμερία νάρκη. Η ανθρωπιά φωτίζεται με πολύχρωμα εκτυφλωτικά λαμπάκια. Καλοσύνη και αγάπη χορεύουν φλογερό τανγκό. 

Βράδυ Δεκέμβρη. Τα παιχνίδια τι γυρεύουν μέσα από τη βιτρίνα; 

Χριστουγεννιάτικη βόλτα

•Δεκεμβρίου 23, 2009 • 14 σχόλια


Είμαι στο τιμόνι της αστραφτερής μεταλλικής μου ξύστρας. Αριστερά μου, ένα πορτοκαλί σουρωτήρι, με τον ήλιο αναμμένο σε όλες του τις τρύπες. Δεξιά μου ένα ακορντεόν γεμάτο κόσμο.

Ο ήλιος του Δεκέμβρη με παρακινεί ν’ ανοίξω την υφασμάτινη της οροφή. Μ’ ένα πάτημα στο μπεζ κουμπί του πουκαμίσου μου, αναδιπλώνεται αργά μες την κουκούλα του χακί μπουφάν που φοράω. Το κρύο με κυριεύει.

-  Ήλιε κατεργάρη, με ξεγέλασες.  Παρέα ήθελες.

Δέκα ζαχαρωτά πιο κάτω, ο χιονάνθρωπος που ελέγχει  την κίνηση, με σταματά. Βγάζει το πολύχρωμο κασκόλ του και μου το χαρίζει. Το τυλίγω στο λαιμό μου. Μυρίζει φρέσκο χιόνι.

Παραμονή Χριστουγέννων. Η κίνηση στους δρόμους της παιδικής φαντασίας, ατελείωτη. Η χαλασμένη εξάτμιση της μπρούτζινης δραχμής που κινείται μπροστά μου, αναδύει ένα σύννεφο λευκής βανίλιας.

Γυρίζω το μολύβι στη μηχανή. Η μύτη του έχει μικρύνει πολύ. Με δυσκολία κινείται. Ένα σύννεφο, μαύρου μολυβιού πετιέται στο αέρα.  Η ξύστρα μου ακινητοποιείται.

Βγάζω το κοχύλι από την τσέπη και τηλεφωνώ στον Άγιο Βασίλη.

Λίγες καραμέλες αργότερα, βλέπω το έλκηθρο να έρχεται από μακριά.

Χο, Χο,Χο. Μη στεναχωριέσαι μου λέει. Βάζει την ξύστρα μου μέσα στο σάκο του και χάνεται στον ουρανό.

Βαδίζω στο σοκολατοδρόμιο σκεφτικός. Ένα κίτρινο ξυπνητήρι σταματά δίπλα μου. Μια μελαχρινή μούσα με καλεί να μπω μέσα. Κάθομαι στο διπλανό δείκτη, κουρδίζει τη μηχανή και φεύγουμε μαζί προς άγνωστο παραμύθι…

Στο σαραβαλάκι μου.