
Πίσω από τον μπερντέ με τις φιγούρες του Καραγκιόζη, του Κοπρίτη και του Πιτσικόκου, εκείνος. Με το Κολλητήρι στα μικροσκοπικά μου δάχτυλα εγώ.
Κατακαλόκαιρο στην εξοχή. Με την μαγκούρα της γιαγιάς να κυνηγά τον τροχονόμο που απειλούσε να τον γράψει για παράνομη στάθμευση. Από πίσω κι εγώ.
Κυριακές. Με χειμωνιάτικες λιακάδες και μυρωδιά καμένου λουκάνικου έξω από το Ολυμπιακό στάδιο. Ντυμένοι στα πράσινα κασκόλ μας τρέχαμε να προφτάσουμε την έναρξη του παιχνιδιού.
Παρασκευές στην ταβέρνα στο Κουκάκι. Με το καφέ γιλέκο του χόρευε ζεϊμπέκικο την Ευδοκία. Θα σου μάθω να χορεύεις κι εσύ μου έλεγε. Να χορεύουμε μαζί.
Στο τιμόνι του πράσινου station wagon, με το τριφύλλι στην καρδιά του παρμπρίζ, εκείνος. Στο πίσω κάθισμα εμείς. Τα κουτσούβελα.
- Μπαρμπακόλπο μη μας λες κουτσούβελα μπροστά στον ξένο κόσμο, διαμαρτυρόταν η αδερφή μου.
Μπαρμπακόλπο. Ποτέ θείε! Ποτέ με το όνομα του. Θύμα του αρκούδου των παιδικών μας χρόνων. Μπαρμπαμπαμπάς, ο αρκούδος. Μπαρπακόλπος, ο θείος μου.
- Ακούς εκεί κουτσούβελα, συνέχιζε η αδερφή μου. Δεν υπάρχει αυτή η λέξη. Σε ποιο λεξικό την έχεις διαβάσει;
Την αγάπησα τη λέξη κουτσούβελα. Πρώτη μπήκε στο κουτάκι των ιερών μου λέξεων.
Όταν έπαψα να είμαι κουτσούβελο έγινα μπαγασάκος. Δυσκολεύτηκα μέχρι να το συνηθίσω στο καινούργιο μου όνομα. Μου άρεσε όμως. Όπως κι αν με έλεγε ο Μπαρμπακόλπος, θα μου άρεσε. Ότι κι αν έκανε μου άρεσε.
Αθεράπευτα ιδεολόγος, οραματιστής, ρομαντικός. Καλλιτέχνης της στιγμής. Της κάθε στιγμής. Αυτό ήταν ο Μπαρμπακόλπος.
Αυτό ήσουν βρε μπαγάσα…













Πρόσφατα σχόλια